Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη

Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη

Στα ορεινά της Κρήτης, διάσπαρτα στις πλαγιές του Ψηλορείτη, συναντάμε τα μιτάτα∙ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική μορφή με πανάρχαιες ρίζες, καθότι η κατασκευαστική τους μέθοδος είναι πανομοιότυπα με αυτή των μινωικών θολωτών τάφων. Γκριζοπράσινες ασβεστολιθικές σχιστόπλακες, υλικό σκληρό αλλά υπάκουο στα χέρια του ντόπιου πρωτομάστορα, λαξεύονται με μαεστρία και τοποθετούνται περίτεχνα η μια πάνω στην άλλη, δημιουργώντας αριστοτεχνικά θολωτά δημιουργήματα. Η απουσία λάσπης ή οποιουδήποτε άλλου συνεκτικού υλικού δεν τα εμποδίζει να στέκονται ακλόνητα για ολόκληρες γενιές – το πιο παλιό μιτάτο βρίσκεται στη Νίδα και έχει χάραγμα 1841 – και να αποτελούν το κέντρο της ποιμενικής ζωής.

 

Λίγη ιστορία

Η λέξη μιτάτο κατάγεται από τη λατινικό metatum, η οποία σημαίνει στρατιωτικό κατάλυμα. Στους βυζαντινούς χρόνους η λέξη μιτάτο σήμαινε την υποχρέωση των πολιτών να παρέχουν κατάλυμα και τροφή στους ταξιδεύοντες κρατικούς υπαλλήλους ή πολίτες. Σήμερα σημαίνει το κατάλυμα του βοσκού.

Οι αρχιτέκτονες αναφέρονται στα μιτάτα ως σπιτοκάλυβα (Βασιλειάδης, 1976) ή θολωτά σπίτια (Μποζινέκη-Διδώνη, 1985) συνδέοντας την καταγωγή τους με την κλαδοπλεκτική καλύβα. Οι αρχαιολόγοι αναφέρονται σε αυτά με τους όρους θολωτές κατασκευές ή θολωτά μιτάτα, συνδέοντας τα με τάφους (Σακελλαράκης, 1985). Η ομοιότητα των μιτάτων με τους κυκλικούς τάφους της μινωικής περιόδου είναι βέβαιη έπειτα από την ανακάλυψη στο Φουρνί των Αρχανών το 1965 από το Γ. Σακελλαράκη μιας ασύλητης βασιλικής ταφής. Ο Xanthoudides (1924) ανέσκαψε τάφους στη Μεσαρά και υποστήριξε ότι ο τρόπος κατασκευής αυτών είναι ίδιος όπως αυτός των μιτάτων, ενώ άλλοι ερευνητές έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την ομοιότητα τάφων και μιτάτων οι οποίες σχετίζονται με το ότι τα μιτάτα έχουν μικρότερη διάμετρο από τους τάφους, ότι τα μιτάτα κτίζονται από τη σκληρή πέτρα της εκάστοτε περιοχής ενώ οι τάφοι από ανομοιόμορφες πέτρες και κονίαμα και ότι τα μιτάτα είναι υπέργεια ενώ οι τάφοι είναι ημιυπέργειοι.

Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη που ζουν και εργάζονται οι βοσκοί

 

Τρόπος κατασκευής

Κατασκευαστικά, το κύριο χαρακτηριστικό ενός μιτάτου είναι η καμπυλόσχημη εσωτερική περίμετρος του τοίχου, η οποία συχνά πλησιάζει τον κύκλο, ενώ εξωτερικά ο τοίχος μπορεί να είναι κυκλικός ή και γωνιασμένος. Η διάμετρος των μιτάτων εσωτερικά ποικίλει από 3.5 έως 5.5μ και εξωτερικά από 4.5 έως 6.5μ. Το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 2.5 και 3.5μ. Σίγουρα ανοίγματα είναι η πόρτα (με το ύψος της να κυμαίνεται μεταξύ 0.8 και .5μ και το πλάτος της να είναι μεταξύ 0.6 και 0.8μ) και ο ανηφοράς (με διάμετρο μεταξύ 0.2 και 0.6μ). Σημειώνεται ότι το μιτάτο ορθώνεται με επάλληλα πέτρινα δακτυλίδια πλακών σε επεξοχή. Το πρώτο από αυτά, το οποίο χαρακτηρίζεται από μη επεξοχές, έχει ύψος περίπου 1.5μ. Όσο ψηλότερα βρίσκεται ένα δακτυλίδι, τόσο λεπτότερες πλάκες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του ώστε να μεταβιβάζουν μικρότερο φορτίο στα υποκείμενα δακτυλίδια. Κοντά στη βάση χρησιμοποιούνται μεγάλες πέτρες για να μετατοπίζεται το κέντρο βάρους προς τη βάση και για να παραλαμβάνεται από αυτές το φορτίο από όλα τα υπερκείμενα δακτυλίδια. Οι πλάκες, η μία πάνω στην άλλη στοχεύουν στον ανηφορά με κλίση προς τα έξω, ώστε να εξοστρακίζουν η μία μετά την άλλη το νερό της βροχής. Ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική παρειά του τοίχου που χρησιμεύει ως οροφή του μιτάτου γίνεται το γέμισμα από μικρότερες πέτρες ακανόνιστου σχήματος το οποίο λειτουργεί ως αντίβαρο της επεξοχής.

  Έτσι κατασκευάζονται τα χειροποίητα κρητικά κουδούνια

Η ανάγκη χρησιμοποίησης φυσικής ή και ημικατεργασμένης πέτρας, η οποία ως υλικό δεν αντέχει σε εφελκυσμό και κάμψη αλλά παραλαμβάνει ικανοποιητικά τις θλιπτικές τάσεις, οδηγεί στο εκφορικό σύστημα δόμησης. Σημειώνεται ότι το κατασκευαστικό αυτό σύστημα δεν ταυτίζεται με το θολωτό σύστημα δόμησης, όπου η χρήση κατεργασμένων λίθων οδηγεί στη μεγιστοποίηση του ρόλου του συντελεστή τριβής στη στατική λειτουργία της κατασκευής. Για την ανάλυση του εκφορικού συστήματος δόμησης θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο των πεπερασμένων στοιχείων στις τρεις διαστάσεις, βλέπε Συρμακέζη (1988). Όμως είναι αμφίβολο αν ακόμα και αυτή η αριθμητική μέθοδος υψηλής ακρίβειας μπορεί να δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα για μια τέτοια κατασκευή στην οποία οι νόμοι συμπεριφοράς του υλικού είναι αδύνατον να διατυπωθούν με σαφήνεια.

Σημειολογικά, η έλλειψη κύριων και πλάγιων όψεων στο σχήμα του μιτάτου είναι πρόδηλο ότι εκφράζει το αντίθετο της ιεράρχησης. Οι συνεργάτες (π.χ. γκαλονόμος, μαντρατζής, στειράρης) δουλεύουν μαζί σαν ομάδα, κοιμούνται μαζί και ζεσταίνονται από την ίδια εστία. Η ισότητα στη χρήση του χώρου, αλλά και η κυκλική μορφή της κάτοψης, εκφράζει και συμβολίζει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, ο οποίος στην περιοχή του Ψηλορείτη φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες.

Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη που ζουν και εργάζονται οι βοσκοί

 

Το δεύτερο σπίτι των βοσκών

Οι πέτρινες αυτές κυψέλες αποτελούν το ορεινό καταφύγιο του βοσκού για να αντέξει το χιόνι, τους δυνατούς βοριάδες που μαστιγώνουν το «ιερό» βουνό αλλά και τα ανελέητα λιοπύρια. Η αναζήτηση ενός «σκιανού», δηλαδή μιας προφυλαγμένης στέγης , ώθησε τους ανθρώπους του πέτρινου αυτού κόσμου να οικοδομήσουν ξερολιθικά απανεμίδια. Η χαμηλή πόρτα, το μοναδικό άνοιγμα του μιτάτου, είναι σε θέση νοτική – ποτέ με βόρειο προσανατολισμό – λόγω των επικρατούντων ανέμων. Εξωτερικά αποτελείται από τέσσερις βασικούς χώρους: το κύριο μιτάτο, τον κούμο, το τυροκέλι (όπου φυλάσσεται και ωριμάζει το τυρί) και τη μάντρα για τη φύλαξη των ζώων. Μέσα στο κύριο μιτάτο γίνεται η επεξεργασία του γάλακτος (το τυροκομιό) για να βγει η φρέσκια γραβιέρα, ο ανθότυρος, η κρητική μαλάκα… Στο κέντρο υπάρχει πάντα μια εστία (φωτιά). Ακτινωτά της εστίας οι βοσκοί στρώνουν τις κλίνες τους με κλαριά και θάμνους και από πάνω τοποθετούν βαριές κάπες. Το καζάνι της τυροκομικής, τοποθετημένο σε ευρύχωρη παραστιά, βρίσκεται συνήθως αριστερά της πόρτας. Στη κορυφή του θόλου υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα, ο ανηφοράς, για τον φωτισμό και την έξοδο του καπνού.

Εδώ τυροκομούν, εδώ «ψήνουν» τη ρακή τους, εδώ κατά την άνοιξη κάνουν τη κουρά (κούρεμα) των προβάτων. Αυτές οι δραστηριότητες, που διατηρούνται αναλλοίωτες στο χρόνο, δίνουν το σύνθημα για γλέντια τρικούβερτα: δοξαριές, μαντινάδες και ριζίτικα τραγούδια αντηχούν στις πλαγιές. Το αντικριστό κρέας – ο παραδοσιακός μεζές του βουνού – έχει την τιμητική του. Το τσιγαριαστό κρέας, το πιλάφι, το βραστό και το δυνατό κόκκινο κρασί κατέχουν περίοπτη θέση στις τάβλες που μένουν στρωμένες όλη μέρα για να φιλοξενήσουν τις παρέες, τις κουβέντες, τη μάζωξη. Αποκορύφωμα είναι η Γιορτή του Μιτάτου, μια μεγάλη γιορτή που προετοιμάζεται από μέρες. Ανήμερα του Αγίου Μάμα που είναι ο προστάτης των βοσκών συναθροίζονται οι οικογένειες, οι φίλοι και οι συγγενείς για να γιορτάσουν το επάγγελμά τους και να ανάψουν ένα κερί στον άγιό τους μέσα σε κλίμα γιορτής και γλεντιού, σε κλίμα φιλοξενίας και προσφοράς.

  Τα κανίσκια στους Κρητικούς γάμους

Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη που ζουν και εργάζονται οι βοσκοί

 

Πως ζούσαν στο μιτάτο

Εκεί λοιπόν, σε πρωτόγονους χώρους, με πρωτόγονα μέσα και εμπειρικές γνώσεις, οι κτηνοτρόφοι τυροκομούσαν το γάλα.

Για να στηθεί μιτάτο έπρεπε το κοπάδι να έχει από 150 ζώα και πάνω. Λίγοι όμως είχαν τόσα ζώα και δικό τους μιτάτο Οι περισσότεροι είχαν λίγα πρόβατα ή κατσίκες. Γι αυτό δημιουργούσαν ένα είδος εποχικών συνεταιρισμών, από 5-6 μέλη ο καθένας, που έσμιγαν τα πρόβατά τους σε ένα κοπάδι. Οι συνεταίροι αυτοί ονομάζονταν φιτσιαδόροι. Κάθε χρόνο μπορούσε να είναι διαφορετικά τα μέλη του συνεταιρισμού. Η συμμετοχή ήταν ανάλογη με τον αριθμό των προβάτων που διέθετε καθένας. Για κάθε 20 πρόβατα είχε δικό του το γάλα όλου του κοπαδιού μια μέρα (το βραδινό άρμεγμα της μιας μέρας και το πρωινό της επόμενης). Για περισσότερα ή λιγότερα πρόβατα, έβγαζαν αναλογίες.

Ο γκαλονόμος, αυτός που είχε στην ευθύνη του τα έγγαλα (εν+γάλα), συμμετείχε για 10 πρόβατα, για τη δουλειά που πρόσφερε. Έμενε συνεχώς στο μιτάτο, γιατί αυτός έβοσκε όλη μέρα τα πρόβατα και τα άρμεγε βράδυ και πρωί μαζί με αυτόν που είχε δικό του το γάλα κείνη τη μέρα.

Ο ιδιοκτήτης του καζανιού, συμμετείχε για 5 πρόβατα.

Τα σπουδαιότερα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στο μιτάτο, εκτός από το καζάνι που προαναφέραμε χορητικότητας περίπου 120 οκάδων (150 λίτρων), ήταν ο ταράχτης (κυλινδρικό ξύλο για το ανακάτεμα του γάλακτος στο καζάνι για να ξεχωρίσει το τυρί), η τσιβέρα (μικρή ξύλινη πλατφόρμα για να στραγγίζει το τυρί), η κουτάλα (μεγάλη, ξύλινη, τρυπητή για να βγάζουν τη μυζήθρα από το καζάνι), η σπάτουλα (ξύλινη, για να ξύνουν το πάτο του καζανιού να μην τσικνώσει), και το τουπί (σκεύος από καλάμια ή βέργες λιγαριάς μέσα στο οποίο τοποθετείται το τυρί μέχρι να στραγγίσει ή να πήξει).

Τα είδη των τυριών που έφτιαχναν τότε στα μιτάτα ήταν το κεφαλοτύρι και η μυζήθρα.

Για το πήξιμο του γάλακτος χρησιμοποιούσαν αγαστέρα, δηλαδή το αποξηραμένο περιεχόμενο του στομαχιού αρνιού ή κατσικιού που δεν είχε φάει παρά μόνο γάλα. Το είχαν σφάξει δηλαδή πριν σακάσει.

Μιτάτα: Τα ιγκλού του Ψηλορείτη που ζουν και εργάζονται οι βοσκοί

Καθένας από τους φιτσιαδόρους που είχε σειρά να πάρει το γάλα, πήγαινε από το απόγευμα της προηγούμενης στο μιτάτο, κρατώντας και φαγητό για το γκαλονόμο, λάδι για το λύχνο του μιτάτου κι ό,τι άλλο εφόδιο νόμιζε ότι ήταν αναγκαίο.

Το βράδυ άρμεγαν μαζί τα πρόβατα, κοιμούνταν εκεί τυλιγμένοι στο ράσο τους πάνω στο στρώμα από αστοιβίδες, και τα άρμεγαν πάλι το πρωί. Έφευγε με τα πρόβατα για βοσκή ο γκαλονόμος και ο φιτσιαδόρος ανάζενε το γάλα. Έφτιαχνε πρώτα το τυρί, το έβαζε στο τουπί που το είχε τοποθετήσει πάνω στην τσιβέρα, κι αυτήν πλάι στο καζάνι. Στο καζάνι έμενε ο χουμάς. Έβαζε πάνω από το τουπί ένα τουλουπάνι, και πάνω από αυτό μια λινάτσα στριμμένη και τυλιγμένη σε σπείρες, σα σαλίγκαρο. Πάνω της έβαζε ένα δέρμα αρνιού και πάνω κάθιζε ο ίδιος να πλακώνει το τυρί να στραγγίζει. Από αυτό έμεινε η κουβέντα: «πλακώνει το τυρί», που την έλεγαν για κάποιον ή κάποια που τεμπελιάζει όλη μέρα στο σπίτι ή στο καφενείο.

  Ένα προικοσύμφωνο από την Κρήτη του 1910

Καθώς πλάκωνε το τυρί, ανακάτευε και το καζάνι που στο μεταξύ είχε ρίξει στο χουμά το ανάχυμα, μια ποσότητα δηλαδή γάλακτος, προτιμότερο το κατσικίσιο, για να φτιάξει από αυτό τη μυζήθρα. Όταν έπηζε και η μυζήθρα, την έβαζαν στο δικό της μικρό τουπί.

Αν πήγαινε κάποιος επισκέπτης στο μιτάτο τον περιποιούνταν, δίδοντας του να φάει σύχουμη(μυζήθρα με χουμά). «Τα οζά θένε συχωρεμούς» (ευχές), έλεγαν. Και πράγματι ο επισκέπτης έδινε πολλές ευχές: «Ο Θεός να σας τα πλησιένει», « να τα χιλιάσετε» κλπ.

Το χουμά που έμενε στο τέλος στο καζάνι, τον έδιναν στο χοίρο που τις περισσότερες φορές έτρεφαν εκεί στο μιτάτο ή στο χωριό. Κι ήταν η πιο θρεπτική και υγιεινή τροφή για τους χοίρους.

Όταν το γάλα λιγόστευε αρκετά, το μιτάτο έκλεινε. Ο εποχικός συνεταιρισμός διαλυόταν. Αν είχαν περάσει καλά, θα ξανάσμιγαν και την επόμενη χρονιά οι ίδιοι. Διαφορετικά θα ήταν άλλη η σύνθεση της παρέας.

Καθένας από κει κι έπειτα άρμεγε μόνος του τα πρόβατά του και το λιγοστό γάλα που έβγαζαν, το πήγαινε στο σπίτι του, για να πιουν φρέσκο τα παιδιά του, να το φτιάξει η νοικοκυρά του ξυνομυζήθρα, ξυνόγαλο, ξυνόχοντρο, γιαούρτι, να μαζέψει την τσίπα για να φτιάξει στάκα και από αυτήν στακοβούτυρο κλπ.

 

Οι γιορτές στα μιτάτα

Κάθε χρόνο γίνονται δύο μεγάλες γιορτές στα μιτάτα του Ψηλορείτη. Η πρώτη γιορτή αποτελεί μια ιεροτελεστία και διοργανώνεται συνήθως από τα μέσα Μαϊου έως και τα μέσα Ιουνίου. Με αφορμή το κούρεμα των προβάτων, ή όπως το λένε στην Κρήτη την κουρά, μαζεύονται στο μιτάτο συγγενείς, φίλοι των βοσκών και όλοι μαζί κουρεύουν τα πρόβατα. Στήνεται λοιπόν ένα μικρό γλέντι στο οποίο τα ριζίτικα τραγούδια, το αντικριστό αρνί (παραδοσιακός τρόπος ψησίματος του αρνιού όπου τα κομμάτια του κρέατος τοποθετούνται γύρω από τη φωτιά και όχι πάνω από αυτή και ψήνεται για αρκετές ώρες) και το κρασί κυριαρχούν.

Ο Ψηλορείτης και τα Ανώγεια σε αφιέρωμα του BBC

Το δεύτερο μεγάλο γεγονός είναι η Γιορτή του Μιτάτου. Η γιορτή του Αγίου Μάμα προστάτη των ζώων, είναι και γιορτή του μιτάτου. Τον Ιούλιο οι βοσκοί με τις οικογένειες τους και φίλους πηγαίνουν να ανάψουν ένα κερί στον Άγιο που τους προστατεύει και στη συνέχεια μαζεύονται στα μιτάτα. Εκεί οι άντρες τυροκομούν το γάλα και οι γυναίκες μαγειρεύουν παραδοσιακά εδέσματα. Και πάλι στήνεται ένα μικρό γλέντι για να γιορτάσουν οι βοσκοί με άφθονο φαγητό, κρασί και ρακί. Απολαύστε λοιπόν μια ιδιαίτερη εμπειρία, επισκεφθείτε ένα μιτάτο και σίγουρα οι φιλόξενοι βοσκοί θα σας φιλέψουν με το εκλεκτότερό τους.

 

Πολυμέσα



Σας άρεσε; Μοιραστείτε το

Δείτε και αυτά

Παρόμοια άρθρα