ντελικανής

Μοιραστείτε:

– νέος, παλληκάρι, λεβέντης

Ετυμολογία
τουρκικά deli (= τρελός) + kan (= αίμα) + -lι (παραγωγική κατάληξη). Η ταυτόσημη, όσο και παραστατικότατη, λέξη delikanlı (κυριολ. τρελοαίματος) υφίσταται και στα σημερινά τούρκικα

« Επιστροφή στο ευρετήριο