Ποιά ήταν στην πραγματικότητα η Μαντάμ Ορτάνς, η ηρωίδα του “Ζορμπά” του Νίκου Καζαντζάκη

Η Αδελίνα Γκιτάρ, γνωστότερη ως Μαντάμ Ορτάνς γεννήθηκε το 1863 και πέθανε στις 2 Μαΐου 1938 σε ηλικία 75 ετών. Ήταν Γαλλίδα ιερόδουλη, η οποία έγινε γνωστή στην Ελλάδα στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της έζησε στην Ιεράπετρα και τιμήθηκε από τις αρχές, με το να δοθεί το όνομά της σε δρόμο της πόλης.
Η γαλλίδα χορεύτρια που τρέλανε τους ναυάρχους και έζησε ως κρητικιά και "αγία" στην Κρήτη

Η πραγματική Μαντάμ Ορτάνς είναι μια μορφή που ξεπήδησε μέσα από τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές της Κρήτης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι ιστορίες που περιβάλλουν τη ζωή της είναι συνυφασμένες με την περίοδο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αναταράξεων του νησιού και της ευρύτερης Ελλάδας, μιας περιόδου κατά την οποία η Κρήτη διεκδικούσε την ανεξαρτησία της και την ένωση με την Ελλάδα, ενώ αντιμετώπιζε εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις.

Καταγωγή και άφιξη στην Κρήτη

Η Αδελίνα Γκιτάρ, γνωστή και ως Μαντάμ Ορτάνς, πιθανολογείται ότι γεννήθηκε στο Παρίσι το 1863 και ήταν Γαλλίδα ιερόδουλη. Για τον ακριβή τόπο καταγωγής της ερίζουν τρεις γαλλικές πόλεις, το Παρίσι, η Τουλόν και η Μασσαλία.

Ορτάνς στα Γαλλικά σημαίνει ορτανσία και «νονός» της ήταν ο Γάλλος Ναύαρχος Ποττιέ, πολλή πριν έρθει για να τον βρει στην Κρήτη , όπου ήταν πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων.

Σε ηλικία μόλις 16 ετών έγινε πόρνη. Ήταν λεπτή, όμορφη και ευγενική κοπέλα. Ήταν χορεύτρια και τραγουδίστρια και χόρευε καν-καν, χορός που αναδείκνυε τα πόδια της. Μάλιστα, για κάποιο διάστημα, εργάστηκε στο στο γνωστό καμπαρέ του Παρισιού «Μουλέν Ρουζ».

Η Μαντάμ Ορτάνς στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ήταν στις “μεγάλες της δόξες”

Στη Μασσαλία η οποία ήταν μια πολυπολιτισμική πόλη και σημαντικό εμπορικό λιμάνι, που διαμόρφωσε την προσωπικότητά της, καθιστώντας την μια γυναίκα που ήταν άνετη να επικοινωνεί με ανθρώπους από κάθε κοινωνικό στρώμα και εθνικότητα.

Όταν ξεκίνησε η κατοχή της Κρήτης το 1898, η Αδελίνα έφτασε στην Κρήτη, με ένα μπαλέτο από 500 Γαλλίδες χορεύτριες και εγκαταστάθηκε στα Χανιά, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άνδρες των Μεγάλων Δυνάμεων που υπηρετούσαν στους στόλους. Εκεί δούλεψε στο «Λόντον Μπαρ», όπου πήγαινε πλήθος ανδρών, ντόπιων και Αξιωματικών, για να την δουν και χαρούν τη συντροφιά της, ανοίγοντας σαμπάνιες.

Οι «γλετζέδες» της έστελναν δώρα για να την προσεγγίσουν, εκείνη όμως τους απέφευγε με αόριστες υποσχέσεις. Μόνο τον Ιταλό Ναύαρχο Κανναβάρο ήθελε, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη, όπως και εκείνος.

Καριέρα και σχέσεις με στρατιωτικούς

Η Μαντάμ Ορτάνς έγινε γνωστή στην Κρήτη ως εταίρα, κάτι που την έκανε να ξεχωρίζει σε μια συντηρητική κοινωνία που ακόμα πάλευε με πατροπαράδοτες αντιλήψεις και στερεότυπα. Η επιρροή της μεγάλωσε κυρίως λόγω των σχέσεών της με ξένους στρατιωτικούς και ναυτικούς, ιδιαίτερα από τη Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία. Οι στρατιωτικοί που περνούσαν από την Κρήτη έβρισκαν στην Ορτάνς μια συνομιλήτρια και μια γυναίκα με διαφορετική και ελκυστική ματιά για τη ζωή.

Οι σχέσεις της με αυτούς τους άνδρες δεν ήταν μόνο ερωτικής φύσης, αλλά συχνά και φιλικές ή απλώς κοινωνικές, καθώς η Ορτάνς είχε την ικανότητα να συνομιλεί για θέματα της εποχής, από πολιτικά μέχρι κοινωνικά, κάτι που την έκανε ακόμα πιο συναρπαστική για τον περίγυρό της. Ήταν μια μορφή που γέμιζε με ιστορίες και εμπειρίες την καθημερινότητα των ναυτικών και των στρατιωτικών που έφταναν στην Κρήτη.

Κοινωνική θέση και στερεότυπα της εποχής

Παρά τη γοητεία και τον κοσμοπολίτικο αέρα της, η Μαντάμ Ορτάνς ζούσε σε μια κοινωνία που έβλεπε με καχυποψία και αποδοκιμασία τις γυναίκες που απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους και είχαν ελεύθερες σχέσεις με άνδρες, ιδιαίτερα ξένους. Στην Κρήτη της εποχής εκείνης, οι γυναίκες που ζούσαν αυτόνομα και ελεύθερα συχνά αντιμετωπίζονταν με στερεότυπα και προκαταλήψεις, και η Μαντάμ Ορτάνς δεν ήταν εξαίρεση. Ωστόσο, η ίδια κατάφερε να διατηρήσει μια σχετική ανεξαρτησία, αποδεικνύοντας ότι δεν δεχόταν εύκολα τα στεγανά και τους περιορισμούς που επέβαλλε η εποχή της.

Η Μαντάμ Ορτάνς, μεσήλικη

Οι αναφορές στην προσωπικότητά της μαρτυρούν μια γυναίκα περήφανη και δυναμική, που δεν φοβόταν να διαφέρει από τα κοινωνικά πρότυπα. Ο χαρακτήρας της ήταν γεμάτος αντιθέσεις: από τη μία φιλική και ευχάριστη, από την άλλη μυστήρια και ανεξάρτητη, με τρόπο ζωής που ξέφευγε από το συμβατικό. Αυτή η διάσταση της προσωπικότητάς της την έκανε αντικείμενο συζήτησης και θαυμασμού, αλλά και έντονης κριτικής από τους ντόπιους, που δεν ήταν πάντα ανοιχτοί στο διαφορετικό.

Η καθημερινότητά της και η σχέση της με την τοπική κοινωνία

Η Μαντάμ Ορτάνς ζούσε κοντά στους κατοίκους του νησιού και διατηρούσε σχέσεις μαζί τους, αν και όχι πάντα χωρίς τριβές. Παρά τις προκαταλήψεις, κατάφερε να βρει μια θέση στην τοπική κοινωνία, διατηρώντας σχέσεις με τα πιο ανοιχτόμυαλα άτομα, που έβλεπαν στη Μαντάμ Ορτάνς έναν χαρακτήρα εξωτικό και ενδιαφέροντα. Έζησε κυρίως σε χωριά και πόλεις κοντά στη θάλασσα, όπως τα Χανιά και το Ηράκλειο, και η ζωή της ήταν έντονη και γεμάτη περιπέτειες, όπως και οι ίδιοι οι ναυτικοί που έκαναν στάση στο νησί.

Η Μαντάμ Ορτάνς (στη μεσαία σειρά, 5η από αριστερά) με Κρητικούς

Η καθημερινότητά της αποτελούνταν από συναντήσεις με ντόπιους και ξένους, γλέντια, συζητήσεις, και ιστορίες που μοιραζόταν με τους επισκέπτες. Συχνά φιλοξενούσε φίλους και πελάτες της στο σπίτι της, που είχε διαμορφώσει με τρόπο που αντανακλούσε την γαλλική της καταγωγή αλλά και τις έντονες προσωπικές της προτιμήσεις. Λέγεται ότι οι χώροι της ήταν γεμάτοι από διακοσμητικά αντικείμενα που έφερνε από τα ταξίδια της, προσδίδοντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που τη συνέδεε με τη ζωή της εκτός Κρήτης.

Μετά από την επανάσταση στο Θέρισο, το 1905, η Μαντάμ Ορτάνς έφυγε και περιπλανήθηκε στην ανατολική Κρήτη, κυρίως στο Ηράκλειο, στη Σητεία και στον Άγιο Νικόλαο. Τελικά, στις αρχές του 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ιεράπετρα, όπου άνοιξε χαρτοπαικτική λέσχη και εστιατόριο. Παντρεύτηκε τον Νικόλαο Χανιωτάκη, ο οποίος όμως την εγκατέλειψε γρήγορα.

Αργότερα, λειτούργησε ένα ξενοδοχείο ύπνου και το ονόμασε «Η Γαλλία». Στη συνέχεια, η Ορτάνς έγινε υποπρόξενος της Γαλλίας και πολλοί την υποπτεύονταν για κατάσκοπο.

Ήταν η αγαπημένη Μαντάμ Ορτάνς των τεσσάρων Ναυάρχων: Του Γάλλου Ποτιέ, του Ιταλού Καναβάρο, του Ρώσου Αντρέωφ και του Άγγλου Χάρις.

Η επιρροή της στον πολιτισμό της εποχής και η παρακαταθήκη της

Η ζωή και η δράση της Μαντάμ Ορτάνς αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και για το λογοτεχνικό έργο “Αλέξης Ζορμπάς” του Νίκου Καζαντζάκη. Η τραγική και γοητευτική φύση της συντέλεσε στην ανάδειξή της ως μια λογοτεχνική φιγούρα που αντιπροσώπευε το ανοιχτό και κοσμοπολίτικο πνεύμα, αλλά και τις προκλήσεις που συναντά το άτομο όταν θέλει να ζήσει εκτός των κοινωνικών συμβάσεων.

Έμεινε για πάντα στις μνήμες των Κρητικών, που παρά το «αμαρτωλό» παρελθόν της χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «αγία».

Μετά από τον πόλεμο ανέπτυξε έντονη κοινωνική δραστηριότητα και καταξιώθηκε στην Ιεράπετρα, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της το 1938. Το όνομά της δόθηκε, μάλιστα, σε δρόμο της κρητικής πόλης.

Αν και η Μαντάμ Ορτάνς τελικά πέθανε χωρίς πολλά υλικά αγαθά και η ζωή της δεν τελείωσε με την ευτυχία που ίσως επιθυμούσε, η μνήμη της παρέμεινε ζωντανή. Η παρουσία της άφησε ένα αποτύπωμα στον πολιτισμό και την κοινωνική ιστορία της Κρήτης, με τη φήμη της να συνεχίζει να εμπνέει συγγραφείς, καλλιτέχνες και ιστοριογράφους.

Ο θάνατός της λέγεται ότι ήρθε σχετικά μοναχικά, αλλά η Μαντάμ Ορτάνς παραμένει ένα σύμβολο της γυναικείας ανεξαρτησίας και του ατομικού πνεύματος σε μια εποχή και σε έναν τόπο όπου τέτοια χαρακτηριστικά δεν ήταν απλώς ασυνήθιστα, αλλά και ελάχιστα αποδεκτά. Η ιστορία της καταδεικνύει τη δυσκολία, αλλά και τη γοητεία του να επιλέγεις να ζεις με τους δικούς σου όρους, χωρίς να φοβάσαι να διαφέρεις και να προκαλείς την κοινή γνώμη.

Η παρουσία της στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο

Τη βιογραφία της έγραψε ο Ιωάννης Μανωλικάκης. Στη λογοτεχνία, εκτός από το Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκο Καζαντζάκη, αναφορές στη Μαντάμ Ορτάνς υπάρχουν στα πάρεργα του Γεωργίου Πάγκαλου. Επίσης, στο έργο του Παντελή Πρεβελάκη, Χρονικό μιας Πολιτείας η Μαντάμ Ορτάνς εμφανίζεται ως Φατμέ.

Στην κινηματογραφική μεταφορά του «Ζορμπά» το 1964 από τον Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνιστές του Άντονι Κουίν και Άλεν Μπέιτς, το ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς έπαιξε η διάσημη ρωσίδα ηθοποιός Λίλα Κεντρόβα.

Η ερμηνεία της θεωρήθηκε από τις καλύτερες στον κινηματογράφο εκείνης της χρονιάς και έτσι κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου.

Το 1986, γυρίστηκε μία βιντεοταινία για τη ζωή της Μαντάμ Ορτάνς με πρωταγωνίστρια την Μαρία Αλιφέρη σε σκηνοθεσία του Κώστα Καραγιάννη.

ΠΕΨΕ ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ ΣΤΣΙ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ