Η λέξη σημαίνει:
– είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Κρήτης με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ
θηλ. – η ρακή
ουδ. – το ρακί
Ετυμολογία
α) τουρκική rakı < αραβική عرق (araka)
β) αρχ ελληνικά ραξ ή ιωνικά ρωξ (= ρώγες σταφυλιών), από το ραξ > ρακή
γ) αρχ.ελληνικά ράκη (=κουρέλια, σκουπίδια), από τα “κουρέλια” – “υπολείμματα” του σταφυλιού που απομένουν μετά το πάτημά τους, τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
τσικουδιά
