τεζιάκι

Μοιραστείτε:

– ο πάγκος του μαγαζάτορα σε καφενείο ή παντοπωλείο
– ο μπουφές

Στα παλαιά καφενεία συχνά, ήταν κατασκευή που περιβάλλονταν από ένα είδος ξύλινου τέμπλου, γεμάτο ράφια στολισμένα με μικρά μπουκαλάκια ποτών, όπου ετοιμάζονταν ο ο δίσκος με την παραγγελία, και αποτελούσε τον προσωπικό και συνήθως άβατο για τους πελάτες, χώρο του καφετζή.
«… και πήγε και θρονιάστηκε ολομόναχος, στο βάθος, πλάι στο τεζιάκι του καφετζή«, Νίκου Καζαντζάκη, Ο Καπετάν Μιχάλης,
«πετάχτηκε από το τεζιάκι και έτρεξε να τον καλωσορίσει«, Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.

Ετυμολογία
τεζιάκι < τουρκική tezgâh < περσική دستگاه (dastgāh)

Συνώνυμα:
τεζάκι τεζιάχι τεζάχι