κορδάκι

Μοιραστείτε:

– ο πεθαμένος
– η πτωματική ακαμψία

Ετυμολογία
εκ του «κορδάκιον» υποκ. του «κόρδα», χορδή

« Επιστροφή στο ευρετήριο