ντόγα

Η λέξη σημαίνει:

– η μυρωδιά του ξύλου που αποκτάει το κρασί μέσα στο βαρέλι
– κυρτή σανίδα βαρελιού
– στεφάνη βαρελιού

Ετυμολογία
« ιταλ. doga « μτγν. λατ. doga “δοχείο”, ετρουσκ. προέλευσης

Παράδειγμα
Παλιό ρωμεΐκο κρασί και να μυρίζει ντόγα
απ’ το σαπιλοβάρελο που έχω στην υπόγα
(Μάρκος Ρενιέρης – “Το σαπιλοβάρελο”)

Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού
ΣΤΕΙΛΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ