σακάζω

Μοιραστείτε:

– σταματώ το θηλασμό, απογαλακτίζω, το βύζασμα

Ετυμολογία
από τον δωρ. τύπο σακάζω του αρχ. ελλ. ρ. σηκάζω

« Επιστροφή στο ευρετήριο