μεσκίνης

Μοιραστείτε:

– ο λεπρός
– ο δυστυχισμένος, ο άθλιος, ο κακορίζικος, ο κακομοίρης
– ο φτωχός, ο άπορος

Ετυμολογία

Συνώνυμα:
μισκίνης
« Επιστροφή στο ευρετήριο