Η λέξη σημαίνει:
– η λεκάνη που παλιότερα χρησιμοποιούνταν για το πλύσιμο των χεριών, του προσώπου ή του σώματος:
“έμπαινε κι έβγαινε σ` ένα τούρκικο χαλκωματάδικο κι αγόραζε πότε ένα ταψί, πότε λεγένια και μπρίκια” Νίκος Καζατζάκης – Καπετάν Μιχάλης
Ετυμολογία
τουρκική leğen < περσική لگن, lagan (= αρχαία ελληνική λεκάνη)
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
λεγγένι
