καταχανάς

Μοιραστείτε:

– κακοποιό δαιμόνιο, ο βρικόλακας
– ο εφιάλτης
– (μτφ.) ο άπληστος άνθρωπος, ο αχόρταγος: «τι καταχανάς που είναι, όλα δικά του τα θέλει» αντίθετα: ολιγαρκής.

Ετυμολογία
κατα (κατά) -χαν (χαίνω*) -άς

* χάσκω, είμαι ανοιχτός

« Επιστροφή στο ευρετήριο