σκουτέλι

Μοιραστείτε:

– πήλινο βαθύ πιάτο, μικρή γαβάθα, λεκανίτσα, απ’όπου έπιναν παλαιότερα κρασί και νερό ή το χρησιμοποιούσαν και ως μέτρο για υγρά και στερεά «μικροποσοτήτων» ή έβαζαν φαγητό

Ετυμολογία
Παραδείγματα
Παροιμία: Βάλε μέλι στο σκουτέλι, να γελάσει το κοπέλι.

Τα μάτια σου ‘ναι σαν τ’αβγά, τ’αφτιά σου σαν σκουτέλια
και τα θωρούν οι κοπελιές και σκουν από τα γέλια.

« Επιστροφή στο ευρετήριο