μολαίρνω

Μοιραστείτε:

– πάω βόλτα, χαλαρώνω
– φεύγω
– αφήνω, ελευθερώνω

Ετυμολογία
ιταλ. λ. mollare = χαλαρώνω

« Επιστροφή στο ευρετήριο