αντισκαρώνω

Μοιραστείτε:

– αντιστέκομαι, ανθίσταμαι
– μουλαρώνω
– εμποδίζω

Παράδειγμα

Αντισκαρώνει η καρδιά και δεν το βάνει κάτω,
κρασί τσι κάνει τσι καημούς και λέει άσπρο πάτο

« Επιστροφή στο ευρετήριο