Ολοξίνιστα ήτανε τα μούτρα του Μιλτιάδη μόλις εμπήκε στο σπίτι κι είδε τη γυναίκα του.
-Ήντα ’χεις;
-Παράτα με κι εσύ.
-Πράμα σε πείραξε;
-Παράτα με σου λέω. Και χωρίς δεύτερη κουβέντα, εμπήκε στη στρωμαθιά και σκεπάστηκε αποκορφής.
Κρυφογέλασε η γυναίκα του η Θεονύφη και ντελόγο εμίσεψε για τη μάνα τζη.
-Μάνα! ήπιασε το γιατρικό.
-Πού το κατέχεις;
-Ολομπουτουρίνιαστος εκόπιασε στο σπίτι και ντελόγο επήε κι ήθεκε.
-Σε καλό δρόμο είμαστε. Άντε να δούμε.
Δεκαπέντε χρόνια παντρεμένος ο Μιλτιάδης, από μεγάλο έρωτα παρακαλώ, και ουδέποτε εσκέφτηκε να ξενοκοιτάξει. Η Θεονύφη του ήτανε τύπος και υπογραμμός κι από εμφάνιση; λίγες γυναίκες είχανε τη νοστιμάδα τζη. Και νυκοκερά και καλόγεννη και του Θεού τσοι χάρες.
Πολυαγαπημένο αντρόγυνο μέχρι που ο διάολος τως σε ζήλεψε. Ήπεψε ντως μια χήρα από τη χώρα, που μος επάτησε τον έρμο τζη πόδα στο χωριό, ήκανε τα γλυκά μάθια στο Μιλτιάδη. Τσαλίμια, σκέρτσα και τα συναφή. Και να πεις πως ήτανε κιαμνιά καλλονή; Το μόνο απού εμέτρανε απάνω τζη, ήτανε τα βυζά τζη. Ω! τα έρμα α δεν ήτανε ωσά τα Θραψανιώτικα σταμνολάϊνα. Ετούτανα εζήλεψε ο έρμος ο Μιλτιάδης και πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, στη κρεβατοκάμερα τση λεγάμενης. Και το δεύτερο αμάρτημα του ήτανε απού ήπαψε να εχτελεί τα συζυγικά του καθήκοντα.
Η Θεονύφη απού ’τανε συνηθισμένη στα καθημερινά κανάκια, επαραξενεύτηκε στην αρχή μα εσκέφτηκε πως εδά τελευταία επολυκουράζοντανε ο καλός τση κι ήκανε υπομονή. Μια Κυριακή όμως στην εκκλησία, άθελά τζη ήκουσε τα παρακιουκιουρίσματα τω γυναικώ μα τ’ άκουσε και η μάνα τζη και μια και δυό πάει στο σπίτι τζη.
-Μπρε συ Θεονύφη, μπάνα του τσινάς και δε σου μυρίζει μπλιό;
-Ήκουσες τα και εσύ τα κατορθώματα του;
-Κι αμέ κουφή με; Ένα ντούντουνο ‘ναι το χωριό.
-Κι εδά μάνα; Ήντα λες;
-Μαρουλόγαλο παιδί μου. Φάρμακο παλαιϊνό και εγγυημένο.
-Δηλαδή;
-Να κόψεις ένα μαρούλι, να το στύψεις καλά μέχρι να βγάλει το γάλα του κι ύστερα να το ρίξεις στο γάλα απού πίνει ο προκομμένος σου κάθε ταχυνή. Μια κι όξω ’ναι.
-Κι ήντα μπρε θα του κάνει;
-Ήντα θα του κάμει; Ντα υπάρχει μεγαλύτερη ταπείνωση για ένα άντρα να μη μπορεί να κάνει πράμα; Με το μαρουλόγαλο θα κάμει τη παντέρμη ντου να τρυπώξει σα του γδυμνοχοχλιού τα κέρατα. Δεν θα τηνε βρίσκει, ούτε να κατουρήσει.
-Μα ετούτονα δεν είναι καλό για μένα.
-Κάνε το εσύ ετούτονα κι οντέ θα ξεκόψει από τη χήρα, να σταματήσεις να του δίνεις μαρουλόγαλο κι όλα μέλι-γάλα.
Όπερ και εγένετο. Η μεν χήρα σιχάθηκε την αφλογιστία του Μιλτιάδη, η δε Θεονύφη τον απολάμβανε ως και πρότινος.
Διάβασε τα καλύτερα θέματα για την παράδοση και την ιστορία της Κρήτης μόνο στο Cretans.gr













