Η λέξη σημαίνει:
- πρώτη επίστρωση της στέγης των παλαιών σπιτιών με ειδικό αργιλώδες χώμα, αποκαλούμενο λεπίδι ή δωματόχωμα, το οποίο ετίθετο πάνω από τις σκίζες (κομμάτια από σχισμένο ξύλο), καταβρεχόταν με νερό και πιεζόταν με την κοπάνα ή με ένα βαρύ κύλινδρο για να γίνει στεγανό
Ετυμολογία
Από το βυζαντινό: δόρωμα (εκ του δορώνω) και με αντιμεταχώρηση των -δ- και -ρ-: ρόδωμα.
Περισσότερες πληροφορίες
Τα δώματα αποτελούσαν την στέγη των σπιτιών και η κατασκευή τους γινότανε απο ξύλα και χώμα. Αρχικά τοποθετούσαν ισχυρά ξύλινα δοκάρια, τα “μεσοδόκια” (απο κυπαρίσι), σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, απο πάνω σταυρωτά μικρότερα δοκάρια, μετά πάλι σταυρωτά καλάμια ή μικρότερα ξύλα και βούρλα. Πάνω απο αυτά άπλωναν δύο στρώματα απο χώμα. Αρχικά ένα στρώμα λάσπης απο πιθαρόχωμα ή χώμα λεπίδα σε όλο το δώμα, το λεγόμενο ρόδωμα, και μετά έστρωναν απο πάνω χώμα λεπίδα.

Παράδειγμα χρήσης
Σάσε καλά το ρόδωμα να μη μπαίνει νερό στο σπίτι
Σχετική μαντινάδα
Γούζεται τα φουντώματα η στεγή να σοπατέψει
το πηλορόδωμα ’ρχεται εδά να την αρνέψει.
Το χώμα,το ρουσσόχωμα κι άσπρουγας να ’ναι κάνει
απάνω στα φουντώματα τη μ-πρώτη στρώση βάνει.
Εδά νερό το λαντουρά και το μυστρί το σάζει
κι έχει τ’αμέντε ντου από ’δά νερό να μη στερνιάζει.
Το ρόδωμα χώνει ετσά και σφάκα κι αστοιβίδα
και ανημένει απάνω ντου να μπει εδά λεπίδα.
Λεπίδα, δωματόχωμα έρχεται να συντράμει
κι άμα κοπανιστεί, νερό δε μπαίνει μούδε δράμι.
