παντέρμος

Μοιραστείτε:

– ο κακομοίρης
– ολομόναχος, αυτός που το έχει αφήσει μόνο του (έρμο) ακόμα κι ο Θεός
– ολόαδειος, εγκαταλελειμμένος

Ετυμολογία
πάντα + έρημος

Συνώνυμα:
παντέρμη,παντέρμο
« Επιστροφή στο ευρετήριο