ζάφτι

Μοιραστείτε:

– υποτάσσω στη θέλησή μου, θέτω υπό τον έλεγχό μου, δαμάζω, επιβάλλομαι

Η λέξη χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση «κάνω ζάφτι»

Ετυμολογία
από το αραβικό dabt.

« Επιστροφή στο ευρετήριο