γειαίνω

Μοιραστείτε:

– έχω ή ανακτώ την υγεία μου, γίνομαι καλά
– (μτφ) θεραπεύω κάποιον (με `γειανες μ`ένα φιλί σου)

Ετυμολογία
υγειαίνω

« Επιστροφή στο ευρετήριο