Η λέξη σημαίνει:
– δοχείο πήλινο
Ετυμολογία
< μεσαιωνική ελληνική *κορύπη < αρχαία ελληνική κόρυμβος < κόρυς (Έχει προταθεί και η ετυμολόγηση από το (συριακό-αραμαϊκό) geroba)
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
κουρούπα, κουρούπια
