Η λέξη σημαίνει:
– βρωμιά, βρώμα
Ετυμολογία
μαγαρίζω < αρχαία ελληνική μεγαρίζω (αποδίδω τιμές σε θεούς χρησιμοποιώντας την τελετή με τα μέγαρα, κατά την οποία σκότωναν γουρουνάκια και τα έρριχναν σε μεγάλους λάκκους – το ρήμα άρχισε να έχει μειωτική σημασία μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού)
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού