τηγανίτης

Η λέξη σημαίνει:

– είναι η τηγανίτα της κοινής νεοελληνικής.
Στην Κρήτη ακούγεται τηγανίτης (πληθυντικός, οι τηγανίτοι και οι τηγανίτες). Λέγονται και κουταλίτες επειδή οι νοικοκυρές συνηθίζουν να ρίχνουν τον χυλό με ένα κουτάλι στο τηγάνι.
Ταπεινό φαγητό της φτωχολογιάς που το εκτιμούσαν πολύ οι Κρητικοί του παλιού καιρού, κυρίως τα παιδιά. Περιχύνονται με μπόλικο μέλι ή πετιμέζι.

Τηγανίτους με το μέλι, πώς τσι θέλει το κοπέλι. Και: τηγανίτους με το μέλι, η κοιλιά μου κι άλλους θέλει!

Οι Γερμανοί Κι Οι Τηγανίτοι

Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
κουταλίτες, κουταλίτης
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού
ΣΤΕΙΛΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ