μιαολιά

Μοιραστείτε:

– λίγο, λιγάκι, ελάχιστο

Ετυμολογία
από το «μια γουλιά». Αρχικά θα χρησιμοποιόταν μόνο για υγρά αλλά στη συνέχεια έχασε την ειδική του έννοια και λέγεται και για στερεά αλλά και για αφηρημένες έννοιες, και με χρονική σημασία.

« Επιστροφή στο ευρετήριο