σκάρα

Μοιραστείτε:

– γυπαετός και γενικά γεράκια που τρέφονται με πτώματα ζώων

Ετυμολογία
από το θέμα σκαρ- του αρχ. ρ. σκαίρω (=πηδώ, ορμώ)

Σκάρα

Σκάρα

« Επιστροφή στο ευρετήριο