σογερνώ

Μοιραστείτε:

– γερνάω ταυτόχρονα με κάποιον άλλον
παράδειγμα:
“Και σα μου πάρουν το πουλί, άλλη φωλιά δα σάσω
και με καλύτερο πουλί μέσα δα σογεράσω”

– γερνάω εντελώς, φτάνω στο έσχατο γήρας
παράδειγμα:
“Μέσα σε δυο χρόνους απού ’χω να τονέ δω εσογέρασεν ο κακομοίρης”

Η ευχή “να σογεράσετε”, παλιότερα ήταν η πιο συνηθισμένη σε αρραβώνες και γάμους, που σήμαινε “Να γεράσετε μαζί”

Ετυμολογία
ίσιος + γερνώ

Διαβάστε περισσότερα

« Επιστροφή στο ευρετήριο