Η λέξη σημαίνει:
– επιπόλαιος
– ανόητος, χαζός
Ετυμολογία
τουρκική sersem < περσική سرسام (sarsām “μηνιγγίτιδα”, “παραλήρημα”) < سر (sar) (κεφάλι)
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού