σβολώνω

Μοιραστείτε:

– κτυπώ
– τραυματίζω, σκοτώνω

Παραδείγματα
– Όσε μέρες θα ’στε στον Αμαλό, το τουφέκι θα ’ναι δικό σου. Να ’χεις μόνο το νου σου να μη σε σβολώσει. (Ιωάννης Κονδυλάκης, Πρώτη αγάπη)
– Έχω κάτι χάπια που έπαιρνε ο γιος του παπα-Φάνη, όταν σβολώθηκε με τη μηχανή.

– (νεοκρητική) αφήνω άφωνο

Παράδειγμα
– Με τούτονε το κουστούμι σβολώνεις!

« Επιστροφή στο ευρετήριο