ψακή

Μοιραστείτε:

– κάτι το πικρό
– το δηλητήριο, το φαρμάκι (αυτή στάζει την ψακή από τ’ αχείλη της)
– ψοφόκρυο

« Επιστροφή στο ευρετήριο