κουλούκι

Μοιραστείτε:

– το μικρό σκυλί, το κουτάβι

Ετυμολογία
ελλ. μεσν. λ. κουλ(λ)ούκι(ο)ν – κουλ(λ)ός = ανάπηρος, επειδή όταν γεννιούνται τα κουτάβια είναι τυφλά