μαρουβάς

Η λέξη σημαίνει:

– παλαιωμένος
πρόκειται για μετοχή του ρήματος μαρουβίζω, που στο ιδίωμα της Δυτικής Κρήτης σημαίνει «ωριμάζω», «παλαιώνω»

– παλιό κρασί
παραδοσιακό υψηλόβαθμο κρασί των Χανίων και του Ρεθύμνου, κυρίως από τις ποικιλίες Ρωμέικο και Λιάτικο που προορίζεται για μακρόχρονη παλαίωση

Διάβασε περισσότερα για τον Κρητικό Μαρουβά
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού
ΣΤΕΙΛΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ