κακοβολιά

Μοιραστείτε:

– ο κακός, ο ανώμαλος και δύσβατος δρόμος ή τόπος

Ετυμολογία
από το αρχ. κακός+βολή. κακό(ς)+βολή- κακοβολή-κακοβολιά (με το επιθημα -ιά).

« Επιστροφή στο ευρετήριο