Οι 11 ποικιλίες κρασιού που υπάρχουν μόνο στην Κρήτη

Βηλάνα, Βιδιανό, Δαφνί, Θραψαθήρι, Κοτσιφάλι, Λιάτικο, Μαλβαζία, Μανδηλάρι, Μοσχάτο Σπίνας, Πλυτό, Ρωμέϊκο
Ρωμέϊκο, Κοτσιφάλι, Λιάτικο, Θραψαθήρι, Βηλάνα κ.α.

Η Κρήτη φιλοξενεί τον πιο ιστορικό αμπελώνα της Ευρώπης, αν όχι όλου του κόσμου. Η παρουσία του και η ενεργός συμμετοχή του στην παραγωγική και κοινωνική ζωή του νησιού είναι συνεχής από τα πρώιμα μινωικά χρόνια έως σήμερα.

Σε όλους αυτούς τους αιώνες παρέμεινε μία ενεργή και δυναμική περιοχής παραγωγής κρασιών ποιότητας, χαρακτηριζόμενη κι από τη μοναδικότητα των ποικιλιών σταφυλιού που καλλιεργεί. Σήμερα στην Κρήτη, συναντάμε 11 αμιγώς κρητικές ποικιλίες που σας τις παρουσιάζουμε με αλφαβητική σειρά

Βηλάνα

H Βηλάνα είναι η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα των λευκών ποικιλιών αμπέλου του νησιού. Λόγω της μακράς οινικής ιστορίας του ένδοξου αυτού νησιού, η Βηλάνα αποτελεί γέφυρα με τα αρχετυπικά λευκά κρασιά της αρχαίας Κρήτης. Η ποικιλία αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή φρέσκων ξηρών λευκών κρασιών, αλλά κάποιοι φιλόδοξοι παραγωγοί κυκλοφορούν μικρές ποσότητες κρασιών υψηλής κατηγορίας, που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι.

Χαρακτηριστικά των κρασιών από Βηλάνα είναι το μέτρια βαθύ κίτρινο χρώμα, η μέτρια ένταση αρωμάτων στη μύτη και στο στόμα (νότες λεμονιού, πορτοκαλιού, αχλαδιού, λουλουδιών, όπως γιασεμί και βοτάνων). Φρέσκα και καλοσχηματισμένα στο στόμα, δεν είναι πολύ ογκώδη και έχουν μέτρια οξύτητα και αλκοόλη. Συναντάται κυρίως στις περιοχές του Ηρακλείου και του Λασιθίου Κρήτης. Χαρακτηριστικά δείγματα από το Ηράκλείο έχουν τη γεωγραφική ένδειξη ΠΟΠ Πεζά (αποκλειστικά από Βηλάνα), ενώ από το Λασίθι την ένδειξη ΠΟΠ Σητεία (όπου η Βηλάνα αναμειγνύεται με το θραψαθήρι). Η αφθονία της Βηλάνας επιτρέπει στους περισσότερους καλλιεργητές να πειραματιστούν, οπότε η ποικιλία συνδυάζεται με άλλες γηγενείς της Ελλάδας (π.χ. οι Mαλβαζία και Ασύρτικο) ή και διεθνείς.

Δίνει μαλακά, ελκυστικά και ευκολόπιοτα λευκά κρασιά, ιδανικά για τις ζεστές καλοκαιρινές ημέρες. Ο χαρακτήρας τους ταιριάζει με τραπέζια πολλών διαφορετικών πιάτων, απλών ή και σύνθετων, κάτι που απολαμβάνουν οι Κρητικοί. Τα κρασιά από Βηλάνα προορίζονται συνήθως για άμεση κατανάλωση, έως και μέσα σε τρία χρόνια από την εσοδεία τους, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι, βελτιώνονται στη φιάλη για πέντε χρόνια ή περισσότερο.

Βιδιανό

Ελληνικές ποικιλίες αμπέλου όπως το Βιδιανό αποτελούν «κρυμμένο θησαυρό» για κάθε γνώστη οινόφιλο. Πρόκειται για μια λευκή ποικιλία, που προέρχεται από την Κρήτη και χρησιμοποιείται για την παραγωγή λευκών ξηρών οίνων, που μερικές φορές ωριμάζουν σε βαρέλι. Λίγοι είναι οι υφιστάμενοι αμπελώνες με Βιδιανό, αλλά οι παραγωγοί συμφωνούν για τις εξαιρετικές δυνατότητες της ποικιλίας, πράγμα που σημαίνει πως η ιστορία της γράφεται τα τελευταία χρόνια.

Το Βιδιανό είναι μια ποικιλία που εντοπίζεται κυρίως γύρω από την περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης και καλύπτει μικρές εκτάσεις, ενώ υπάρχει ένας εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός αμπελώνων πιο ανατολικά, κοντά στο Ηράκλειο. Δίνει κρασιά κιτρινοπράσινου χρώματος, με έντονα, ξεχωριστά και πολυσύνθετα αρώματα, που ανάμεσα σε άλλα θυμίζουν αυτά του ώριμου ροδάκινου και του βερίκοκου, με νύξεις αρωματικών βοτάνων και ορυκτότητας. Στο στόμα είναι γεμάτα και έχουν υψηλή αλκοόλη, την οποία εξισορροπεί ικανοποιητικά η μετρίως υψηλή οξύτητα. Το στυλ του Βιδιανού μπορεί να είναι πλούσιο, ενώ δεν είναι ποτέ καμένο ή άτονο. Οι περισσότεροι παραγωγοί προσπαθούν να αναδείξουν το δυναμικό του σταφυλιού φυτεύοντας σε πιο δροσερούς αμπελώνες μεγάλου υψόμετρου ή αναμειγνύοντάς το με άλλες ποικιλίες, όπως η βηλάνα.

Καταναλωτές και γευσιγνώστες μπορεί να χρειαστεί να δώσουν μάχη για να αποκτήσουν μερικές φιάλες Βιδιανό, από τις ελάχιστες που φτάνουν στην αγορά. Έτσι, το να δοκιμάσει κάποιος Βιδιανό αποτελεί πρόκληση από μόνο του. Τα κρασιά αυτής της ποικιλίας ξεδιπλώνουν θαυμάσια την προσωπικότητά τους όταν συνοδεύουν ζυμαρικά με θαλασσινά ή ψάρια ψητά στα κάρβουνα. Παρότι ο χρόνος παλαίωσης του Βιδιανού δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα, διάφοροι οινοκριτικοί πιστεύουν ότι τα κρασιά αυτής της ποικιλίας παλαιώνουν με ασφάλεια για πέντε ή περισσότερα χρόνια.

Δαφνί

Το Δαφνί ήταν μία σχεδόν εξαφανισμένη λευκή ποικιλία αμπέλου της Κρήτης, που γνωρίζει ξανά τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό οφείλεται στην παραγωγή λευκών ξηρών οίνων με έντονα αρώματα και στρογγυλό στόμα, που διατηρούν μέτρια επίπεδα αλκοόλης. Ορισμένοι φιλόδοξοι παραγωγοί χρησιμοποιούν τους πιο παλιούς αμπελώνες τους για να φτιάξουν έστω και λίγα κρασιά από Δαφνί, περασμένα από βαρέλι.

Παίρνει το όνομα του από την δάφνη, αφού τα αρώματα της μύτης και του γεμάτου στόματος των κρασιών της παραπέμπουν σε αυτά της δάφνης και άλλων βοτάνων όπως το θυμάρι και η ρίγανη τα οποία συνδυάζονται με φρουτώδη αρώματα που θυμίζουν κίτρινα και λευκά φρούτα αλλά και κάποιες ανθικές νύξεις. Στο στόμα έχουν πολύ ξεχωριστή δομή: παρότι χαρακτηρίζονται από αρκετό εκχύλισμα, δύναμη και ήπια οξύτητα, η αλκοόλη τους είναι παραδόξως μέτρια, ιδίως για τα κλιματικά δεδομένα της Κρήτης, ξεπερνώντας σπανίως το 12,5%.

Το Δαφνί προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου και μολονότι οι αμπελώνες με αυτήν την ποικιλία παραμένουν περιορισμένοι και σε συγκεκριμένες περιοχές, οι φυτεύσεις συνεχώς αυξάνονται. Αυτό οφείλεται στο πολύ υψηλό γόητρο που συνοδεύει την ποικιλία, που είναι και ο λόγος που οι οινοπαραγωγοί την αναμειγνύουν σπανίως με άλλες. Έτσι, το Δαφνί έχει σημαντική υπεραξία και αναλογικά με την έκταση που είναι φυτεμένο και τον αριθμό φιαλών που παράγονται από αυτό, προβάλλεται πολύ περισσότερο. Συμμετέχει σε ΠΓΕ κρασιά της Κρήτης, όπως τα ΠΓΕ Κρήτη (PGI Crete).

Το Δαφνί χαρακτηρίζει τη μελλοντική και αναμενόμενη εξέλιξη των λευκών κρητικών κρασιών. Είναι μια ποικιλία που ευχαριστεί όσους απολαμβάνουν τα ιδιαίτερα κρασιά, αλλά αποστρέφονται τα υψηλά επίπεδα αλκοόλης. Αποτελεί έτσι ιδανικό συνοδό έντονων αρωματικά, αλλά ελαφρών καλοκαιρινών γευμάτων, π.χ. με ζυμαρικά και σαλάτες. Τα περισσότερα κρασιά που παράγονται από την ποικιλία Δαφνί, καλό είναι να καταναλώνονται μέσα σε τρία χρόνια από την εσοδεία τους. Ωστόσο, οι πιο τολμηροί λάτρεις του κρασιού, που αγαπούν την πολυπλοκότητα, μπορούν να κρατήσουν ορισμένες φιάλες τουλάχιστον για τρία χρόνια επιπλέον.

Θραψαθήρι

Το Θραψαθήρι είναι μια σημαντική ποικιλία της Κρήτης, η οποία αναδεικνύεται σε μια από τις πλέον υποσχόμενες και συναρπαστικές λευκές ποικιλίες του νησιού. Για δεκαετίες, επικρατούσε παρανόηση για το Θραψαθήρι, καθώς το θεωρούσαν εσφαλμένα συγγενές με το Αθήρι ή επισκιαζόταν από την πιο δημοφιλή Βηλάνα. Εν τούτοις, χάρη στα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του προσελκύει πλέον την προσοχή πολλών οινοκριτικών, δίνοντας πρώτης τάξεως ξηρά και, σε κάποιες περιπτώσεις, γλυκά, λευκά κρασιά.

Είναι κατάλληλο ακόμα και για τα πιο ζεστά σημεία της Κρήτης, καθώς επιδεικνύει μεγάλη αντοχή στην ξηρασία. Ωστόσο, προσφέρεται για υψηλές στρεμματικές αποδόσεις, γι’ αυτό οι αμπελουργοί πρέπει να είναι συνετοί, αν θέλουν να παράγουν συμπυκνωμένο καρπό. Τα κρασιά από Θραψαθήρι έχουν απαλό κιτρινοπράσινο χρώμα και μύτη μέτριας έντασης, όπου κυριαρχούν πρωτογενή φρουτώδη αρώματα, που θυμίζουν κυρίως πεπόνι και ροδάκινο. Στο στόμα είναι σχετικά ογκώδη, με ευδιάκριτη αλκοόλη και ήπια οξύτητα.

Καλλιεργείται σε όλη την Κρήτη, από τα Χανιά, στα δυτικά, έως το Λασίθι, στα ανατολικά. Τα πιο ονομαστά κρασιά προέρχονται από την περιοχή του Ηρακλείου αλλά και του Λασιθίου, όπου παράγεται ο οίνος ΠΟΠ Σητεία (PDO Sitia). Τα λευκά κρασιά ΠΟΠ Σητεία είναι χαρμάνια Bηλάνας με Θραψαθήρι, αλλά αρκετοί παραγωγοί του νησιού φτιάχνουν και μονοποικιλιακά κρασιά από Θραψαθήρι. Συμμετέχει επίσης στα ξηρά ΠΟΠ Χάνδακας Candia (PDO Handakas Candia), και στα γλυκά κρασιά ΠΟΠ Malvasia Σητεία (PDO Malvasia Sitia) και ΠΟΠ Malvasia Χάνδακας Candia (PDO Malvasia Handakas Candia).

Είναι μια ποικιλία που δίνει πλούσια και στρογγυλά, αλλά όχι πολύ έντονα και βαριά κρασιά. Καθώς δεν είναι έντονα αρωματικά, τα κρασιά από Θραψαθήρι αποτελούν άριστους συνοδούς πλούσιων πιάτων, με ένταση και πολυπλοκότητα, που τα καθιστά εκτός κανόνων συνδυασμού φαγητού-κρασιού. Είναι δε ιδανικά λευκά κρασιά για σχετικά κρύες ημέρες. Τα περισσότερα κρασιά είναι καλό να καταναλωθούν μέσα σε τέσσερα χρόνια από την εσοδεία τους, αλλά ορισμένοι κορυφαίοι οινοποιοί παράγουν κρασιά με τέτοια ιδιοσυγκρασία, που έχουν δυνατότητα εξέλιξης ακόμα και για μια δεκαετία.

Κοτσιφάλι

Το Κοτσιφάλι είναι η ερυθρή ποικιλία-ορόσημο του ονομαστού αμπελώνα στην Κρήτη, η οποία καθορίζει το στυλ πολλών ερυθρών ξηρών οίνων αυτής της εξαιρετικά σημαντικής οινοπαραγωγικής περιοχής του Αιγαίου πελάγους. Επειδή μάλιστα το κόκκινο σταφύλι έχει μάλλον μεγαλύτερη διάδοση σε αυτό το νησί, το Κοτσιφάλι μπορεί να θεωρηθεί η πραγματική οινική ψυχή της Κρήτης.

Το Κοτσιφάλι δίνει ένα «τυπικό μεσογειακό» ερυθρό κρασί, με απαλό χρώμα, ένταση αρωμάτων, σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη, ήπιες ταννίνες και οξύτητα. Για τους λόγους αυτούς, το Κοτσιφάλι αναμειγνύεται με πολλές ερυθρές ποικιλίες αμπέλου, είτε διεθνείς, είτε γηγενείς, με κυριότερη τη μανδηλαριά. Ωστόσο, δεν είναι απλώς ένας «ενισχυτικός παράγοντας» της ποικιλιακής σύνθεσης κρητικών κρασιών προσθέτει στρογγυλάδα και ταννική χάρη, ενώ η έκφραση των αρωμάτων του είναι γεμάτη από γλυκά λουλούδια, αποξηραμένα μαύρα φρούτα και συνθέσεις μπαχαρικών. Το Κοτσιφάλι καλλιεργείται σε ολόκληρη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από την περιοχή του Ηρακλείου. Ειδικότερα, είναι οι οίνοι ΠΟΠ Πεζά και ΠΟΠ Αρχάνες, που αποτελούν χαρμάνια με Μανδηλαριά.

Το Κοτσιφάλι δίνει γεμάτα και πλούσια κρασιά, τα οποία απευθύνονται σε οινόφιλους, που προτιμούν τη μαλακιά γεύση. Τα κρασιά που περιέχουν στην ποικιλιακή τους σύνθεση Κοτσιφάλι ταιριάζουν εύκολα με φαγητά και συνοδεύουν άριστα πλούσια πιάτα με κρέας, μαγειρευτά κατσαρόλας (λαδερά), λουκάνικα και γευστικά ψητά. Τα περισσότερα κρασιά είναι έτοιμα να καταναλωθούν αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν, αλλά αυτά με περισσότερο εκχύλισμα, που ωριμάζουν συνήθως για αρκετούς μήνες σε βαρέλι, μπορούν να εξελιχθούν για 5-8 έτη, παρουσιάζοντας δομή που στηρίζεται στην ωριμότητα και τη γευστική πολυπλοκότητα.

Λιάτικο

Το Λιάτικο είναι κορυφαία ποικιλία-πρεσβευτής ενός πολύ ξεχωριστού και συχνά παρεξηγημένου στυλ, ενώ παράλληλα, έχει θεσπέσια γεύση. Είναι μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου που μπορεί να δώσει ερυθρά ξηρά κρασιά εξαιρετικής φινέτσας, αλλά φτάνει στο απόγειό της στα γλυκά κρασιά. Ωστόσο, ενώ οι περισσότερες ερυθρές ποικιλίες αμπέλου συνδυάζονται με την προσθήκη αλκοόλης κατά τη διάρκεια της αλκοολικής ζύμωσης, για τη δημιουργία ενισχυμένων γλυκών κρασιών, τα γλυκά κρασιά από Λιάτικο φτιάχνονται από λιαστά σταφύλια (λιαστά κρασιά).

Τα κρασιά από Λιάτικο έχουν σχετικά χαμηλή ένταση χρώματος, κλίνοντας στο κόκκινο-γκρενά. Η μύτη τους είναι έντονη, με πλούσια, ώριμα κόκκινα φρούτα και γλυκά μπαχαρικά. Το στόμα είναι γεμάτο, με υψηλά επίπεδα αλκοόλης και χαμηλές, πολύ μαλακές ταννίνες. Επειδή τα σταφύλια συμπυκνώνονται στον ήλιο, τα γλυκά κρασιά από Λιάτικο είναι ακόμα πιο έντονα στη μύτη, εμφανίζοντας χαρακτήρες πιο γλυκών και πιο ώριμων φρούτων. Αντίστοιχα και τα γευστικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση, με πιο έντονη την οξύτητα. Η μακρά παλαίωση σε βαρέλι είναι σημαντική και συνήθως λαμβάνει χώρα σε μεγάλα, παλιά βαρέλια. Το Λιάτικο απαντάται σε όλη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από το Ηράκλειο (οίνος ΠΟΠ Δαφνές) και το Λασίθι (οίνος ΠΟΠ Σητεία), όπου μπορεί να προστεθεί και 20% Μανδηλαριάς.

Το Λιάτικο είναι η επιτομή του ζεστού καιρού, που παρατηρείται σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης (τα ξηρά κρασιά της ποικιλίας είναι στρογγυλά, γεμάτα και μαλακά, ενώ τα γλυκά είναι πιο πλούσια και πυκνά). Τα επιδόρπια κρασιά από Λιάτικο (για παράδειγμα, αυτά με τη γεωγραφική ένδειξη «Σητεία») είναι ιδανικά για όσους θέλουν να απολαύσουν γλυκά κόκκινα κρασιά με χαμηλότερη αλκοόλη από αυτή των περισσότερων ενισχυμένων οίνων και εξελίσσονται όμορφα με την πάροδο του χρόνου. Ως λιαστά μπορούν να βελτιώνονται για δεκαετίες, ενώ τα ξηρά κρασιά χρειάζονται τουλάχιστον πέντε χρόνια για να γίνουν πιο απολαυστικά, ενώ παλαιώνουν άνετα για δέκα ή και περισσότερα.

Μαλβαζία (Malvasia di Candia)

Αν και μπορεί να συμμετείχε στον ξακουστό Μαλβάζιο οίνο, η ποικιλία Μαλβαζία ακολουθεί το δικό της δρόμο στην οινική ιστορία προσφέροντας τα ξεμυαλιστικά της αρώματα και τον θηλυκό της χαρακτήρα. Ο γνωστός για την φινέτσα του κλώνος Malvasia di Cantia επανήλθε στο προσκήνιο εδώ και μερικά χρόνια -ιδιαίτερα στο νομό του Ηρακλείου- και έτσι η Κρήτη απόκτησε ένα δυνατό όπλο στο πεδίο των αρωματικών ξηρών και γλυκών κρασιών.

Μανδηλάρι

Μαντηλάρι, Μανδηλαριά, Αμοργιανό, Παριανό, Βάφτρα, Μαύρη Κουντούρα… είναι λίγα μόνο από τα ονόματα της όψιμης ερυθρής ποικιλίας Μανδηλάρι, που μαρτυρούν το βαθμό της εξάπλωσής της, ιδιαίτερα στη νησιωτική Ελλάδα. Από την εποχή του Παυσανία, η Μανδηλαριά συμμετείχε ήδη στην παραγωγή του φημισμένου χιώτικου Αριούσιου οίνου. Σήμερα συμμετέχει σε ένα μεγάλο αριθμό ερυθρών, ροζέ, καθώς και επιδόρπιων κρασιών, με ισχυρή ταυτότητα και χαρακτήρα, αν και τα δείγματα μονοποικιλιακών από Μανδηλαριά είναι λιγοστά.

Στο Αιγαίο πέλαγος και στην Κρήτη χτυπά η καρδιά της Μανδηλαριάς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εκεί συμμετέχει στους ερυθρούς οίνους ΠΟΠ Πεζά, ΠΟΠ Αρχάνες, ΠΟΠ Πάρος, ενώ είναι υπεύθυνη εξ ολοκλήρου για τον ερυθρό οίνο ΠΟΠ Ρόδος. Στους ανεμοδαρμένους και ηλιοκαμένους αμπελώνες αυτών των νησιών το Μανδηλάρι –συνήθως διαμορφωμένο σε κύπελλο– αποκτά χαρακτηριστικά πέρα από τα συνηθισμένα: βαθύ σκούρο χρώμα, αρώματα υπερώριμων φρούτων, ζωικά αρώματα (π.χ. δέρματος) και μέτριο σώμα, με ατίθασες, στιβαρές ταννίνες. Με σκληρή δουλειά στο αμπέλι και στο οινοποιείο, αλλά και μέσω ανάμειξης με άλλες ποικιλίες –όπως είναι η λευκή Μονεμβασιά στην Πάρο ή το μαλακό ερυθρό Κοτσιφάλι στην Κρήτη– πολλοί αξιόλογοι οινοπαραγωγοί προσπαθούν να τιθασεύσουν το γενικώς αχαλίνωτο χαρακτήρα της Μανδηλαριάς. Ωστόσο, μερικά χρόνια στη φιάλη είναι μάλλον ο καλύτερος τρόπος για να βρεθούμε μπροστά σε ένα «ευρωπαϊκό» κρασί, που με τη γεύση του μεταφέρει νοερά στον υπέροχο τόπο προέλευσής του.

Με την επιβλητική της προσωπικότητα, η μοναδική ποικιλία Μανδηλάρι αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο ελληνικό κρασί, το οποίο άλλοτε είναι πιο βαθύ και άλλοτε ανεπαίσθητο, αποκαλύπτοντας όμως πάντα την ταυτότητα του terroir του. Με δεδομένο μάλιστα τον πολυδύναμο χαρακτήρα της, κάθε τολμηρός οινόφιλος, που θέλει να διευρύνει την αρωματική και τη γευστική παλέτα του, θα βρει αφορμή για να φέρει ένα Μανδηλάρι στο ποτήρι του.

Μοσχάτο Σπίνας

Το Μοσχάτο Σπίνας, είναι ένας μικρόρογος θησαυρός είναι αυτός ο κλώνος του Μοσχάτου, που παίρνει το όνομά του από την κοινότητα της Σπίνας στην επαρχία Σελίνου Χανίων. Μπορεί η ποικιλία να είναι γνωστή για το εκρηκτικό άρωμα του σταφυλιού, ωστόσο η λεπτή φλούδα του Μοσχάτου Σπίνας προσδίδει ένα τόσο λεπτό χαρακτήρα στα κρασιά, που το οδηγεί στο δρόμο εξαιρετικών ξηρών και όχι γλυκών εμφιαλώσεων, καθώς και σε γοητευτικά ξηρά χαρμάνια.

Πλυτό

Ο πλούτος των γηγενών ποικιλιών της Ελλάδας είναι ανεξάντλητος, παρότι πολλές από αυτές τις ποικιλίες κινδυνεύουν ή κινδύνεψαν με εξαφάνιση. Ένα τέτοιο αξιόλογο παράδειγμα είναι η κρητική ποικιλία Πλυτό, που διασώθηκε τα τελευταία χρόνια και είναι προς το παρόν υπεύθυνη για ένα μικρό αριθμό λευκών κρασιών. Το δυναμικό μάλιστα της ποικιλίας Πλυτό υπόσχεται ότι θα εξελιχτεί σε μια από τις βασικές αυτόχθονες, εκπροσωπόντας το σύγχρονο οινικό προφίλ του ιστορικού νησιού της Κρήτης.

Αν και ελάχιστες φυτεύσεις με Πλυτό συναντώνται στην ανατολική Κρήτη, οι παραγωγοί του Ηρακλείου ήταν αυτοί που ανέλαβαν την επαναφορά της ποικιλίας στο προσκήνιο, ανακαλύπτοντας, απομονώνοντας και φυτεύοντας ξανά Πλυτό στην περιοχή. Η άρδευση των σύγχρονων αμπελώνων του Ηρακλείου όχι μόνο αντιμετωπίζει την αντιπάθεια του σπάνιου αυτού σταφυλιού για την ξηρασία, αλλά το βοηθάει να αναδείξει το λεμονάτο χαρακτήρα του και τη γεμάτη φρεσκάδα παρουσία του. Έτσι, είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με ποικιλίες όπως το Βιδιανό, δείχνει ικανό για εξαιρετικές επιδόσεις. Οι οίνοι οι οποίοι συμμετέχει το Πλυτό φέρουν ένδειξη ΠΓΕ όπως η ΠΓΕ Ηράκλειο (PGI Iraklion).

Αν και θα χρειαστεί χρόνος προκειμένου οι ανήσυχοι παραγωγοί να ανακαλύψουν κάθε πτυχή των δυνατοτήτων του, το Πλυτό δείχνει ότι θα γίνει άλλο ένα βέλος στην φαρέτρα των σύγχρονων ελληνικών κρασιών, αλλά και άλλος ένας θησαυρός για κάθε οινικό εξερευνητή…

Ρωμέικο

Το Ρωμέϊκο το συναντάμε κυρίως στην περιοχή των Χανίων. Δίνει ζωηρά ερυθρά κρασιά, με υψηλό αλκοόλ, μέτρια οξύτητα και ασταθές χρώμα – λόγω της ιδιότυπης πολυχρωμίας των σταφυλιών στους πολυάριθμους κλώνους του φυτού. Το σταφύλι του είναι μεγάλο, με μικρού μεγέθους ρόγες και λευκή μαλακή σάρκα.

Από αυτό παράγεται και το παραδοσιακό κρασί «Μαρουβάς». Ο Μαρουβάς είναι κρασί μακράς παλαίωσης σε μεγάλα δρύινα βαρέλια συνήθως 500 ή 600 λίτρων. Η παράδοση του θέλει τα βαρέλια να μην πλένονται απο χρονιά σε χρονιά ώστε να έχουν κατακάθι κρασιού απο τα προηγούμενα χρόνια. Με τον τρόπο αυτό βρίσκεις βαρέλια με Μαρουβά ακόμα και 100 χρόνων. Ο Μαρουβάς έχει υψήλο αλκοόλ και συναντάς αρώματα αποξηραμένων φρούτων και ξηρών καρπών, γλυκό κυδώνι και περγαμόντο.

ΠΕΨΕ ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ ΣΤΣΙ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ