Η λέξη σημαίνει:
– ακούω
– νιώθω, αισθάνομαι, καταλαβαίνω
– εμπιστεύομαι
– υπακούω, λαμβάνω υπόψη μου
– μυρίζω, οσφραίνομαι
Ετυμολογία
> από το μεσαιωνικό γρ(ο)ικῶ/ ἀγρ(ο)ικῶ, λέξη με πολλές ερμηνευτικές δυσκολίες, για την οποία έχουν προταθεί διάφορα έτυμα [..]. Οι ποικίλες προτάσεις που παρατέθηκαν και η αβεβαιότητα ως προς την ετυμολόγηση της λέξεως καθιστούν προτιμότερη την απλογράφηση γρικώ (αντί γροικώ, γρυκώ, γρηκώ).
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
γροικώ
