γράδο

Μοιραστείτε:

– ο βαθμός πυκνότητας ενός υγρού ή περιεκτικότητάς του σε ένα συστατικό, πχ ο αλκοολικός βαθμός του κρασιού

Ετυμολογία
ιταλική grado

« Επιστροφή στο ευρετήριο