τριγουνίζω

Μοιραστείτε:

– τρίζω, τριβελίζω τα δόντια μου, κάνω θόρυβο σαν του πριονιού
– ενοχλώ, παρενοχλώ κάποιον για να αποσπάσω κάτι
– τρώω κάποιον με τα λόγια (μτφ)

Παραδείγματα

Οψές που είχες πιεί πολύ, στον ύπνο σου ετριγούνιζες τα’ δόδια σου.

Επαέ η κόρη σου με τριγουνίζει όλη μέρα να τση πάρω λέει ένα ποδήλατο

« Επιστροφή στο ευρετήριο