Η λέξη σημαίνει:
– τρίζω, τριβελίζω τα δόντια μου, κάνω θόρυβο σαν του πριονιού
– ενοχλώ, παρενοχλώ κάποιον για να αποσπάσω κάτι
– τρώω κάποιον με τα λόγια (μτφ)
Παραδείγματα
Οψές που είχες πιεί πολύ, στον ύπνο σου ετριγούνιζες τα’ δόδια σου.
Επαέ η κόρη σου με τριγουνίζει όλη μέρα να τση πάρω λέει ένα ποδήλατο
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού