φιλιότσος

Μοιραστείτε:

– ο βαπτιστικός

θηλ. φιλιότσα

Ετυμολογία
ιταλικά figlio (= γιος)

Συνώνυμα:
φιλιότσα
« Επιστροφή στο ευρετήριο