Ακολιά: Η Κρητική τσίχλα, το σακίζι, που λάτρευαν τα παιδιά

Ακολιά: Η Κρητική τσίχλα, το σακίζι, που λάτρευαν τα παιδιά

Πολύ πριν ανακαλυφθεί η τσίχλα και γίνει γνωστή η μαστίχα, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, και κυρίως στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν μία φυσική τσίχλα που παρήγαγε ένα αγκαθωτό φυτό, η “ακολιά”. Η υφή της έμοιαζε με αυτή της μαστίχας Χίου, ενώ ήταν και αυτή 100% φυσικό προϊόν και ήταν πραγματικά… χωρίς ζάχαρη! Η γεύση της τσίχλας από την ακολιά έχει φρουτώδη γεύση και είναι κάπως πιο σκληρή από την τσίχλα του εμπορίου.

Η ακολιά ή ή Carlina Gummifera για τους γεωπόνους, είναι αγκαθωτό φυτό που εμφανίζεται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, σε έντονα βοσκόμενες περιοχές, σε εγκαταλελειμμένους αγρούς κλπ και συγγενεύει με το ραδίκι. Περιέχει ένα γαλακτώδη χυμό που όταν εκτεθεί στην ατμόσφαιρα αυξάνεται το ιξώδες του (γίνεται πιο πηκτό). Αυτό το χυμό του φυτού, το σακίζι (από την τούρκικη λέξη sakızı που σημαίνει τσίχλα), έψαχναν οι πιτσιρικάδες στην Κρήτη, σε μία εποχή που η τσίχλες του εμπορίου ήταν δυσεύρετο αγαθό και παράλογο έξοδο για την κρητική οικογένεια. Όμως, η μεγάλη κατανάλωση δημιουργούσε εντερικά προβλήματα, αφού το φυτό έχει υψηλή περιεκτικότητα τοξικών ουσιών στη ρίζα του, οι οποίες δρουν όπως η στρυχνίνη.

Οι παλιότερες γενιές Κρητικών, σε δύσκολους καιρούς, έκοβαν τα κεφάλια που μοιάζουν με μικρές αγκινάρες, τα καθάριζαν από το σκληρό και αγκαθωτό περίβλημα τους και ότι απέμενε, το έψηναν γιαχνί.

Στις παλαιότερες εποχές, τα παιδιά μαθαίνανε από τα μεγαλύτερα παιδιά ή και από τους ίδιους τους γονείς τους, που ήταν ως επί τω πλείστον αγρότες, πως να βρίσκουν, να καθαρίζουν και τρώνε την τσίχλα. Έτσι την κατάλληλη εποχή τέλος του καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου, που έβοσκαν τα έχνη (αιγοπρόβατα) στην εξοχή, ήξεραν που υπάρχουν πολλές ακολιές, και πήγαιναν να τις ελέγξουν αν είχαν κόλλες. Εκεί με ένα ξύλο έσπρωχναν το αγκιναράκι και το έκοβαν και αφαιρούσαν με προσοχή την ελαστική αυτή κόλλα, αφού το φυτό έχει και πολλά αγκάθια. Τα αγκιναράκια αυτά, καμιά φορά, οι πιο θαρραλέοι, τα καθάριζαν προσεκτικά με ένα μαχαιράκι και έτρωγαν το εσωτερικό του, το οποίο ήταν νόστιμο. Το ίδιο το αγκιναράκι είχε και αυτό κολλώδη γεύση και κόλλαγε στο στόμα, γιατί και το ζουμί του περιείχε και αυτό τον ίδιο οπό κόλλας.

Τα παιδιά σαν έκαναν τη βόλτα τους όπου υπήρχαν ακολιές, μάζευαν όλες τις κόλλες των φυτών, τις έβαζαν σε ένα φλιτζάνι, τις φύλαγαν και τις είχαν για τις τσίχλες του Χειμώνα! Πράγματι, η κόλλα αυτή σε μορφή μαστίχας μπορούσε να διατηρηθεί όλο το Χειμώνα χωρίς να έχει αλλάξει η υφή της. Μπορεί αρχικά κατά το μάσημα να ήταν σκληρή, αλλά όσο τη μάσαγαν μαλάκωνε. Βέβαια είχε παρατηρηθεί, πως αν την μάσαγαν πολλές ώρες, τότε η κόλα μαλάκωνε πάρα πολύ, διέλυε και κόλλαγε στο στόμα. Τότε λέγανε πως η κόλλα πλέον «εσκατούλιαζε» και τότε μονάχα την πέταγαν τα παιδιά!

Σήμερα, που η αγορά έχει γεμίσει από κάθε είδους, χρώματος και γεύσης τσίχλες, έπαψαν τα παιδιά να την αναζητούν στη φύση. Περνάει απαρατήρητο, παρόλο που βρίσκεται στους ίδιους τόπους, όπως παλιά. Μόνο στους πιο παλιούς να θυμίζει τα παιδικά τους χρόνια και τη θυμούνται μόνο σε κουβέντες και ίσως για συναισθηματικούς λόγους να δοκιμάσει να να καθαρίσει ένα αγκιναράκι ακολιάς και να δοκιμάσει το γλυκό σακίζι, για να θυμηθεί έτσι τα παιδικά του χρόνια!

Σας άρεσε; Μοιραστείτε το

Δείτε και αυτά