σύντεκνος

Μοιραστείτε:

– ο κουμπάρος που έχει βαφτίσει το παιδί, ο νονός, ο ανάδοχος

θηλ. συντέκνισσα

Ετυμολογία
αρχ. συν + τέκνο

Συνώνυμα:
συντεκνιά
« Επιστροφή στο ευρετήριο