σομπετάρω

Μοιραστείτε:

– κάθομαι ίσια με κάποιον άλλον, μπέτη με μπέτη

Ετυμολογία
ίσια + μπέτης (στήθος)

Παράδειγμα
Άνθρωπο δεν φοβήθηκα ποτέ να σομπετάρω
κι ετσά λοής δα ποδεχτώ ακόμη και το Χάρο

« Επιστροφή στο ευρετήριο