Η λέξη σημαίνει:
– δοχείο μέσα στο οποίο οι καφετζήδες έχουν έτοιμο ζεστό νερό για να φτιάχνουν τους καφέδες.
– το σκοινί που μ` αυτό σύρονται (ρυμουλκούνται) πλεούμενα από την ξηρά ή από άλλο πλεούμενο
– (συνεκδ.) το ρυμουλκούμενο
– το σκοινί που μ` αυτό δένουμε απ` το λαιμό ένα ζώο και το τραβάμε πίσω μας όχι από ανάγκη αλλά για λόγους μεγαλοπρέπειας
– το ζώο (συνήθως άλογο) που τραβάμε με το σκοινί
Ετυμολογία
τουρκικά yedek = βοηθητικό, εφεδρικό, υποκατάστατο, ανταλλακτικό
Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Συνώνυμα:
γιουντέκι
γιγούμι
γιογούμι
