περτσινώνω

Μοιραστείτε:

– καρφώνω (συνδέω) με μεταλλικό καρφί, πριτσινώνω

αργκό: σεξουαλική επαφή, λόγω του φαλλοειδούς σχήματος του πριτσινιού

« Επιστροφή στο ευρετήριο