ζαβώνω

Η λέξη σημαίνει:

– ζαλίζω, τυφλώνω, στραβώνω

(μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει στραβό, στρεβλό, να μην είναι πια ίσιο
(μεταφορικά) προκαλώ δυσκολίες ή μια άσχημη εξέλιξη
(αμετάβατο) γίνομαι στραβός
(μεταφορικά) παίρνω άσχημη τροπή

Ετυμολογία
[μεσαιωνική ελληνική ζαβός < αραβική زَاوِيَة (zāwiya: γωνία) < ρίζα ز و ي (z-w-y)] + -ώνω

Ανακαλύψτε τη μαγεία των κρητικών λέξεων με το Κρητικό Λεξικό του Cretans.Gr! Μάθετε την αξιόπιστη μετάφραση των κρητικών λέξεων και την ετυμολογία τους, όπου είναι διαθέσιμη. Εμπλουτίστε το λεξιλόγιό σας με την κρητική διάλεκτο!
Επιστροφή στο ευρετήριο του Κρητικού Λεξικού
ΣΤΕΙΛΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ