ζαβώνω

Μοιραστείτε:

– ζαλίζω, τυφλώνω, στραβώνω

(μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει στραβό, στρεβλό, να μην είναι πια ίσιο
(μεταφορικά) προκαλώ δυσκολίες ή μια άσχημη εξέλιξη
(αμετάβατο) γίνομαι στραβός
(μεταφορικά) παίρνω άσχημη τροπή

Ετυμολογία
[μεσαιωνική ελληνική ζαβός

« Επιστροφή στο ευρετήριο