ξαμώνω

Μοιραστείτε:

– σημαδεύω, σκοπεύω

Ετυμολογία
μεσαιωνική ελληνική έξαμώνω και άξαμώνω (στοχεύω, υπολογίζω)

« Επιστροφή στο ευρετήριο