χόντρος

Μοιραστείτε:

– πλιγούρι

Ετυμολογία
αρχαία ελληνική χονδρός (που δεν αλέστηκε πλήρως, είναι ογκώδης, χοντροκομμένος, χονδροειδής)

« Επιστροφή στο ευρετήριο