Βιογραφία: Γιώργης Φραγκιουδάκης

Βιογραφία: Γιώργης Φραγκιουδάκης

Ο Γιώργης Φραγκιουδάκης γεννήθηκε το 1946 στον Άγιο Θωμά. To τρίτο παιδί της οικογένειας του Γιάγκου και της Ισμήνης, το γένος Πατακού, που ήρθε από το Χρωμοναστήρι Ρεθύμνου, ένα άλλο μερακλίδικο χωριό, για να δημιουργήσει μια υπέροχη οικογένεια. Είχαν προηγηθεί ο Θοδωρής και η Ειρήνη.

Εποχή πολύ δύσκολη. Η χώρα έχει βγει καθημαγμένη από τη Γερμανική κατοχή και ακολουθεί ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο έχοντας αφήσει τα σημάδια του ακόμη και σήμερα.
Ο Γιώργης μεγαλώνει σε μια οικογένεια και σ’ ένα περιβάλλον με πλούσια μουσικά ακούσματα. Το 2004 μιλώντας ο ίδιος στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, που καταγράφει σημαντικούς Κρητικούς καλλιτέχνες και δεν είναι τυχαίο που επιλέγει το Γιώργη Φραγκιουδάκη, προκειμένου να τον καταγράψει για να μείνει αναφορά στις επόμενες γενιές, αναφέρει:

«Ο Άγιος Θωμάς έχει βαριά μουσική παράδοση. Ήτανε ο Γιάννης, ο Στυλιανός και ο Γιώργος Φραγκιουδάκης, οι οποίοι έπαιζαν λύρα. Ήτανε ο Νίκος ο Κατσαραπίδης, ο οποίος ήτανε φοβερός λυράρης, αλλά δεν το εξάσκησε το επάγγελμα του λυράρη. Ο Μιχάλης Κατσαραπίδης, ο Γιώργης Γαργανουράκης, ο Μελαμπιανός, που τον λέγαμε έτσι επειδή η καταγωγή του πατέρα του ήτανε από τις Μέλαμπες Ρεθύμνου. Το όνομά του ήταν Γιώργης Κυριακάκης, ο οποίος ήτανε ένας φοβερός λυράρης, φοβερός εκφραστής και στη λύρα αλλά και στο τραγούδι. Μετά ήτανε ο Στρατάκης ο Θωμάς, ο οποίος έπαιζε μαντολίνο. Ήτανε από τα φοβερότερα μαντολίνα που έχω ακούσει εγώ τουλάχιστον. Υπήρχε άλλος ένας, τον οποίο εγώ δεν είχα την τύχη να τον ακούσω, γιατί έφυγε στην Αυστραλία κι εγώ πιτσιρικάς, ο Γιώργης ο Σμπώκος, ο οποίος ήταν κι αυτός απ’ το χωριό μας. Ένα μεγάλο λαούτο ήταν ο Λάμπης Γαργανουράκης (Μελεμενής). Επίσης λαούτο και μαντολίνο από την ηλικία των 20 ετών έπαιζε και ο Σταύρος Μπενέτος».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχει όλα τα ερεθίσματα για να αναπτύξει το ταλέντο του. Όμως το μεγαλύτερο ρόλο παίζει η οικογένειά του. Ο πατέρας του παίζει μαντολίνο στο σπίτι, ενώ η μητέρα του, του σιγοτραγουδά με την υπέροχη φωνή της. Λέει ο ίδιος γι’ αυτή τη σχέση:

  Γιώργος Ψυχουντάκης: Ο βοσκός που μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στο κρητικό ιδίωμα

«Η μητέρα μου ήτανε πολύ καλή στο τραγούδι. Και χορεύτρια καλή. Στο χορό ήτανε το κάτι άλλο. Είχε μια πάρα πολύ όμορφη φωνή, πολύ γλυκιά φωνή, έκανε το λαιμό της ό,τι ήθελε. Εγώ τη θυμάμαι πιτσιρικάς, που τραγουδούσε έτσι, πολλές φορές. Μέχρι και που πέθανε τραγουδούσε. Η μάνα μου ήτανε πολύ μερακλίνα. Ο πατέρας μου ήταν ναι μεν μερακλής αλλά δεν εκδηλωνόταν εύκολα. Ενώ η μητέρα μου ήτανε πολύ μερακλίνα. Και πιστεύω τώρα ότι σε ορισμένα πράγματα αυτή με βοήθησε».

Στα εννιά του χρόνια ο Γιώργης αρχίζει να τριγουνίζει το λυράκι που του έφτιαξε ο Ηρακλής ο Μπενέτος, με παρότρυνση του αδελφού του Θοδωρή, που ήταν τότε 18 χρονών. Με αυτό το λυράκι κάνει τα πρώτα του βήματα στην κρητική μουσική.

Ο ίδιος θεωρεί ως μεγάλο του δάσκαλο το Μελαμπιανό, το Γιώργη Κυριακάκη. Ένα λυράρη από τους κορυφαίους της κρητικής μουσικής που έχει καταγραφεί δυστυχώς μόνο σε μερικές παρέες με παλιά μαγνητόφωνα. Αυτός είναι ο άνθρωπος που σημαδεύει την καλλιτεχνική του πορεία.

fragkioudakis-giwrghs-2

Ο Γιώργης αποκτά πολύ καλές καλλιτεχνικές βάσεις, αλλά δεν είναι αυτό το σπουδαίο, γιατί παράλληλα παίρνει γερές αξίες από το σπίτι του. Και εδώ πρέπει να αποδώσουμε τιμή στο Γιάγκο και την Ισμήνη, που έχουν φύγει εδώ και χρόνια, αλλά από κάποια γωνιά, εκεί ψηλά, πρέπει να μας παρακολουθούν τώρα. Οπλίζουν όχι μόνο το Γιώργη, αλλά και το Θοδωρή και την Ειρήνη, με στέρεες αρχές, με Παιδεία, που δίνεται κατ’ αρχήν και κυρίως από το σπίτι, για να ακολουθήσει το σχολείο και ο κοινωνικός περίγυρος. Σεβασμός, σεμνότητα, εντιμότητα, ήθος, σφυρηλατούνται στο σπίτι, μέσα στην οικογένειά του. Αυτά τα στοιχεία τον ακολουθούν στη συνέχεια της καλλιτεχνικής και προσωπικής του ζωής μέχρι και σήμερα.

  Τρώγωντας με τον Ωνάση της Κρήτης

Μετά τη στρατιωτική του θητεία επιστρέφει ξανά στο χωριό όπου μετέχει σ’ όλα τα γλέντια και τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Είναι η αρχής μιας εποχής που σημαδεύεται από σημαντικές κοινωνικές ανακατατάξεις.

Τα χωριά σιγά-σιγά αδειάζουν. Ανοίγουν δουλειές στις πόλεις, ενώ οι περισσότεροι γονείς σπρώχνουν τα παιδιά τους στην εκπαίδευση για να φύγουν όπως λένε, «από τα χώματα και τις λάσπες». Το Ηράκλειο και η Αθήνα είναι οι πόλεις που δέχονται το μεγάλο όγκο της εσωτερικής προσφυγιάς που συνεχώς αυξάνεται και κορυφώνεται τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘80.

Μαζί τους αυτοί οι άνθρωποι κουβαλούν τον πολιτισμό και τα μουσικά τους ακούσματα. Στο αστικό Ηράκλειο πριν 50 χρόνια κυριαρχούν το ταγκό, το βαλς, οι λεγόμενοι ευρωπαϊκοί χοροί, όταν δειλά-δειλά ανοίγουν τα πρώτα κρητικά κέντρα, ο Ερωτόκριτος, η Αρετούσα. Έρχονται οι λυράρηδες και οι λαουτιέρηδες από την επαρχία, και έτσι αρχίζει σταδιακά η αλλαγή της πολιτιστικής πορείας και ταυτότητας της πόλης.

Τα κρητικά κέντρα αυξάνονται γεωμετρικά και είναι συνεχώς γεμάτα. Το ίδιο και στην Αθήνα. Παράλληλα η ανάπτυξη του τουρισμού και η παρουσία της μουσικής παράδοσης του νησιού στους ξένους επισκέπτες, δίνει ένα καλό εισόδημα σε αρκετούς καλλιτέχνες.

Είναι όμως και μια περίοδος που κάποιοι ξεφεύγουν, πάνε να κάνουν ένα ζάλο παραπάνω και κακοποιούν την κρητική μουσική, ενώ το ίδιο γίνεται και στους κρητικούς χορούς που αποκτούν περισσότερο θέαμα και λιγότερη ουσία, γιατί πρέπει να εντυπωσιάζουν προς τέρψιν του φιλοθεάμου κοινού.

  Γιάννης Χαρούλης: Από βοσκός, στις μουσικές σκηνές

fragkioudakis-giwrghs-3

Ο Γιώργης της Σμήνης κατεβαίνει στο Ηράκλειο και μετά ανηφορίζει στην Αθήνα, όπου μένει για πολλά χρόνια. Μόνο που αυτός δε χάνεται στη μετριότητα και στην ισοπέδωση. Η παιδεία και τα πολιτισμικά στοιχεία που έχει αποκτήσει, εδώ στον τόπο του, δεν επιτρέπουν να υπερβεί το μέτρο, γιατί η υπέρβαση του μέτρου αποτελεί ύβρη. Έχει μάθει να σέβεται και τη μουσική και τους ανθρώπους.
Συνεργάζεται με τους κορυφαίους λυράρηδες και λαουτιέρηδες της εποχής και όλοι αναγνωρίζουν την αξία και το ήθος του. Πιάνει τη λύρα, τη μεγάλη του αγάπη, τη χαϊδεύει με το δοξάρι και ο ήχος σαγηνεύει, δε χάνει τις νότες, παίζει σωστά και μετρημένα, ενώ είναι από τους λίγους καλλιτέχνες με καθαρή φωνή.

Τα γλέντια του είναι ξεχωριστά, γιατί έχει την ικανότητα και το ταλέντο, πέρα από το σωστό παίξιμο, να παρασέρνει τον κόσμο στο κέφι. Και αυτό το πετυχαίνει επειδή είναι αυθεντικός, και παράλληλα σεμνός. Δεν παρασύρθηκε ποτέ σε ακροβατισμούς και υπερβολές, δεν ακούστηκαν ποτέ σαχλαμάρες από το στόμα του και φτηνιάρικες μαντινάδες που τις απεχθάνεται.

Από τις ωραιότερες εικόνες είναι αυτή με πολλά νέα παιδιά στις μικρές ώρες του γλεντιού να περιστοιχίζουν το Γιώργη και να λένε ωραίες και όμορφες μαντινάδες. Παραδίδει στις νέες γενιές αυτά που διδάχτηκε από τους παλιότερους και τα κράτησε ιερή παρακαταθήκη, χωρίς να τα προδώσει για να κερδίσει λίγη παραπάνω εφήμερη δημοσιότητα ή ακόμη και οικονομικά οφέλη.

Πηγή 1 | Πηγή 2

Σας άρεσε; Μοιραστείτε το

Δείτε και αυτά

σχόλια