τζίγκου

Μοιραστείτε:

– με φειδώ, από λίγο, στάγδης, λίγο

Ετυμολογία
πιθανώς να προέρχεται από το τζιγκούνης (τσιγκούνης)

« Επιστροφή στο ευρετήριο