Η Μαργαρίτα (Ρίτα) Σακελλαρίου γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1934 στο χωριό Χαμέζι, ένα μικρό χωριό έξω από τη Σητεία της Κρήτης. Η μητέρα της Καλλιόπη ήταν Κρητικιά, ο πατέρας της είχε καταγωγή από την Κάλυμνο και ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα.
Το Χαμέζι ήταν τότε ένα χωριό φτωχικό, με χωμάτινους δρόμους, με πέτρινα σπίτια και με ανθρώπους που πάλευαν καθημερινά για το μεροκάματο. Η μικρή Ρίτα μεγάλωσε μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γεμάτο φτώχεια, αλλά και γεμάτο ζεστασιά.
Η Κρήτη δεν ήταν μόνο ο τόπος όπου γεννήθηκε· ήταν και ο τόπος που της έδωσε χαρακτήρα. Οι Κρητικοί ξέρουν από πείσμα, από περηφάνια και από σκληρό αγώνα. Αυτά τα στοιχεία τα πήρε κι εκείνη μαζί της όταν αργότερα έπρεπε να σταθεί στα πόδια της σε δύσκολες εποχές.
Στο Χαμέζι και στη Σητεία, οι γιορτές πάντα συνοδεύονταν από μουσική. Οι λύρες, τα λαούτα, οι μαντινάδες και τα κρητικά τραγούδια ήταν μέρος της καθημερινότητας. Μπορεί η Ρίτα να έγινε γνωστή ως λαϊκή τραγουδίστρια, όμως μέσα της κουβαλούσε κάτι από εκείνη την κρητική παράδοση. Η δύναμη της φωνής της, το πάθος της όταν τραγουδούσε, έμοιαζε με τις δυνατές νότες της λύρας που ξεσηκώνει τους χορευτές σε ένα πανηγύρι.
Σύντομα η οικογένεια της Ρίτα, θα αφήσει την Κρήτη και θα εγκατασταθεί στα Ταμπούρια του Πειραιά ψάχνοντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο της. Όπως έλεγαν φίλοι και γνωστοί της, η Ρίτα μιλούσε συχνά για τη Σητεία, για τον αέρα του χωριού, για τον τρόπο που οι Κρητικοί στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Ακόμα κι όταν έγινε διάσημη, με φώτα, χειροκροτήματα και μεγάλες επιτυχίες, δεν έπαψε να λέει περήφανα ότι είναι από την Κρήτη. Και αυτή η απλότητα, αυτή η γνήσια περηφάνια για την καταγωγή της, ήταν που την έκανε αγαπητή στον κόσμο. Γιατί οι άνθρωποι έβλεπαν σε εκείνη όχι μόνο τη σπουδαία τραγουδίστρια, αλλά και τη γυναίκα του λαού, που κουβαλάει τις ίδιες ρίζες και τις ίδιες δυσκολίες.
Αν θες να καταλάβεις τη Ρίτα Σακελλαρίου, πρέπει να γυρίσεις πίσω στο Χαμέζι. Εκεί, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και φτωχικά νοικοκυριά, γεννήθηκε η δύναμη και η ψυχή της. Εκεί έμαθε τι σημαίνει να παλεύεις, να μην το βάζεις κάτω και να βρίσκεις κουράγιο μέσα από την αγάπη της οικογένειας και της κοινότητας. Αυτή η βάση την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή.
Από την Κρήτη στον Πειραιά
Η μετακόμιση στον Πειραιά δεν ήταν εύκολη. Η οικογένεια βρέθηκε στα Ταμπούρια, σε μια φτωχογειτονιά με πολλές δυσκολίες. Η Ρίτα, μόλις 12 χρονών, αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο για να δουλέψει. Πουλούσε ψωμί, λεμόνια, έκανε κάθε δουλειά που μπορούσε για να βοηθήσει στο σπίτι. Δούλεψε μαζί με τη μητέρα της στα Λιπάσματα, αργότερα μόνη της στου Παπαστράτου ενώ μια περίοδο δούλεψε μέχρι και στη Χωματερή. Με μια μάσκα, μάζευε σκουπίδια για ένα τάληρο την ημέρα.
Η ζωή στον Πειραιά ήταν σκληρή, αλλά εκεί η Ρίτα έμαθε να αντέχει. Εκεί δοκίμασε για πρώτη φορά το τι σημαίνει να μεγαλώνεις πιο γρήγορα απ’ ό,τι σου αναλογεί. Αυτές οι εμπειρίες, όμως, δεν την τσάκισαν· αντίθετα, την έκαναν πιο δυνατή.
Ο πατέρας της θα επιστρέψει στην Κρήτη, εκεί όπου το 1947 στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου θα σκοτωθεί από παρακρατικούς.
Σε ηλικία μόλις 14 ετών παντρεύτηκε και απέκτησε δυο παιδιά, τον Τάκη και την Καλλιόπη. Ο γάμος αυτός δεν κράτησε πολύ. Η Ρίτα έμεινε μόνη, με δύο παιδιά, και χρειάστηκε να δουλέψει σκληρά για να τα μεγαλώσει. Παρά τις δυσκολίες, δεν το έβαλε κάτω.
Τα πρώτα τραγούδια και οι μεγάλες επιτυχίες
Η μουσική μπήκε στη ζωή της σχεδόν τυχαία. Το 1959, την εποχή που δούλευε στη Χωματερή, μια νεαρών κανταδόρων, την πήραν μαζί τους να τραγουδήσει Σαββατοκύριακα σε μία ταβέρνα, στον Μύλο, στο Πέραμα. 10 δραχμές μεροκάματο! Και τότε άρχισαν όλα… Τελικά θα ξεκινήσει εμφανίσεις σε μικρά μαγαζιά και σε ένα από αυτά, στο «Μύλο» στο Πέραμα, την ανακαλύπτει ο τυφλός μαέστρος, Στέλιος Χρυσίνης. Θα της δώσει και ένα τραγούδι το «Μείνε, μείνε» και με αυτό το τραγούδι θα κάνει την πρώτη της επιτυχία.
Ήδη από το ξεκίνημα στα κέντρα διασκέδασης και στη δισκογραφία, στις αρχές του ’60, η Ρίτα Σακελλαρίου ξεχώρισε για το μπρίο και την στιβαρή λαϊκή χαρακτηριστική ερμηνεία της. Τα πρώτα της τραγούδια θα τα γράψει ο Στέλιος Χρυσίνης. Το 1962 της δίνεται η ευκαιρία να κάνει μια επιτυχία στη Music Box με το τραγούδι «Στην Αγορά Του Πειραιά», μια σύνθεση του Παναγιώτη Χρυσίνη – αδελφού του Στέλιου Χρυσίνη – και με τον Αντώνη Κατινάρη στο μπουζούκι.
Ο Στέλιος Χρυσίνης θα της κλείσει δουλειά στο «Φαληρικόν» στις Τζιτζιφιές, εκεί όπου θα συνεργαστεί με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου για αρκετά χρόνια κάνοντας κυρίως δεύτερες φωνές.

Ωστόσο, το 1964, θα τραγουδήσει μια παλαιότερη δημιουργία του Γιάννη Παπαϊωάννου με πρώτη ερμηνεύτρια τη Σωτηρία Μπέλλου το 1950. Πρόκειται για το «Ένας σατράπης θηλυκός», στο οποίο έπαιξε μπουζούκι ο Στέλιος Ζαφειρίου.
Ακολούθησαν κι άλλες ηχογραφήσεις κυρίως με τους συνθέτες Στέλιο Χρυσίνη και Γιάννη Παπαϊωάννου, αλλά και με τους Ευάγγελο Σούκα, Γιάννη Πολυκανδριώτη, Στράτο Βαλλιάνο κ.ά. που την έκαναν γνωστή στο πλατύ κοινό.
Το 1966 ξεκινάει τη συνεργασία της με τον συνθέτη και οργανοπαίκτη (μπουζούκι) Γιώργο Μανισαλή ή Κοριό όταν η Ρίτα Σακελλαρίου αλλάζει εταιρεία και συνεργάζεται επισήμως με τον Γιώργο Μανισαλή στην Polydor. Το αποκορύφωμα της συνεργασίας αυτής έρχεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν ο Γιώργος Μανισαλής μαζί με το στιχουργό Κώστα Ψυχογιό γράφουν τα θρυλικά «Ιστορία μου, αμαρτία μου», «Αν κάνω άτακτη ζωή» και «Κάθε ηλιοβασίλεμα». Με αυτά τα τραγούδια θα γίνει πρώτο όνομα και ο κόσμος έκανε ουρές να την ακούσει στο κέντρο «Τριάνα του Χειλά», στο οποίο τραγουδούσε εκείνη την εποχή.
Το τραγούδι «Ιστορία μου, αμαρτία μου», έχει τη δική του ιστορία. Ήταν μια φράση της Ρίτας, που τη φώναζε την ώρα που τραγουδούσε. Ο Ψυχογιός και ο Μανισαλής την έκαναν τραγούδι και ο κόσμος πήγαινε στο κέντρο και της έλεγε να το τραγουδήσει. Ήταν ήδη μεγάλο σουξέ πριν γίνει δίσκος το 1973. Την ίδια χρονιά ακούγεται και στο κλασικό θρίλερ Εξορκιστής.
Η Ρίτα δεν είχε σπουδάσει μουσική, δεν είχε θεωρητικές γνώσεις. Είχε όμως αυτό που δεν αγοράζεται: μια αληθινή, λαϊκή ψυχή που μιλούσε στον κόσμο.
Ο δεύτερος γάμος και το «Κουίν Αν» με τις διασημότητές του
Πολύ αργότερα, στα 35 της, θα κάνει ένα δεύτερο γάμο με τον παλαιστή Στέφανο Σιδηρόπουλο. Από το δεύτερο γάμο της, αποκτά τρία αγόρια -τον Σάββα, τον Μανόλη και τον Αλέξη- και το Κουίν Αν, το περίφημο μαγαζί της εθνικής οδού, που ανοίγει με το σύζυγό της και κρατάει τα πρωτεία στη διασκέδαση για εφτά χρόνια. Εκεί η Ρίτα δεν ήταν μόνο τραγουδίστρια· ήταν οικοδέσποινα. Έκανε τον κόσμο να νιώθει άνετα, να διασκεδάζει, να ξεχνάει τα προβλήματά του.
Το μαγαζί αυτό στα επτά χρόνια λειτουργίας του — όσο περίπου άντεξε και ο δεύτερος γάμος της — το επισκέφτηκαν πολλοί διάσημοι ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Μελίνα Μερκούρη, ο Άντονι Κουίν, μέχρι και ο Ωνάσης.
Είναι γνωστή η συμπάθεια που είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου για τη Ρίτα, με κέντρο του ενδιαφέροντος του Παπανδρέου το τραγούδι «Αυτός ο άνθρωπος» που κυκλοφόρησε το 1979 και συνηθίζεται να λέγεται ότι το τραγούδι αυτό έκανε τον Ανδρέα Παπανδρέου να χορέψει.
Ο δεύτερος σύζυγος της πέθανε λίγα χρόνια μετά το χωρισμό. Από τα βάσανα και τις στενοχώριες, η Ρίτα βρίσκει διέξοδο στο φαγητό. Παίρνει όμως την απόφαση, τρώει για τέσσερις μήνες μόνο γιαούρτι και πίνει νερό σκέτο, βάφει το μαλλί ξανθό και βγαίνει ανανεωμένη στην πίστα. Αρχίζει τότε, η δεύτερη περίοδος στην καριέρα της Ρίτας. Μετά τα βαριά λαϊκά και τα ρεμπέτικα, μπαίνουν στο ρεπερτόριό της και τραγούδια που αντιπροσωπεύουν την εποχή και εκείνη, με το μεγαλείο της φωνής της, τα κάνει επιτυχίες και μένουν διαχρονικά στο χρόνο.
Η νύχτα αλλάζει, το “Μέγαρο” και ο “παίδαρος”
Τα χρόνια πέρασαν, η μουσική σκηνή άλλαξε, όπως και ο τρόπος διασκέδασης στα νυχτερινά μαγαζιά. Στα ’80s και ’90s οι μόδες ήταν διαφορετικές, αλλά η Ρίτα συνέχισε να τραγουδάει και να αγαπιέται από το κοινό της.
Εκείνες τις ημέρες το Μέγαρο Μουσικής έκανε τα πρώτα του ανοίγματα στη λαϊκή μουσική και είχε αφιέρωμα στον Θανάση Πολυκανδριώτη. Όλως τυχαίως ήταν η ίδια εποχή όπου άρχισε να λάμπει- κυρίως σε ανθρώπους του χώρου- το όνομα του νεαρού και ωραιότατου Σάκη Ρουβά.
Έχοντας ζηλέψει λοιπόν την επιτυχία του νεαρού και ξέροντας ότι τους στίχους των τραγουδιών του είχε γράψει ο Γιώργος Παυριανός, κάλεσε ένα βράδυ σπίτι της τον Παυριανό και τον παραγωγό της, τον Νίκο Καραγιάννη, για να μιλήσουν επί του θέματος.
“Εμένα δεν μπορεί να με καλέσει το Μέγαρο για μια συναυλία;” αναρωτιόταν με φανερό παράπονο μπροστά τους. Για να συμπληρώσει μετά με τον πληγωμένο εγωισμό ντίβας παλαιάς κοπής: “Δεν έχω εγώ ανάγκη αγοράκι μου” (στον Παυριανό). “Γι’ αυτούς το λέω. Άμα έκανα εγώ συναυλία θα το γέμιζα. Θα τους έφερνα κόσμο. Αλλιώς χέστηκα εγώ για το Μέγαρο”.
Και η συζήτηση συνεχίστηκε περί ανέμων και υδάτων πριν έρθει και στο θέμα Ρουβά, που η ντίβα χαρακτήρισε “κούκλο”, “παίδαρο” κλπ. Δεν άργησε να εκφράσει ανοιχτά και την επιθυμία της: “Ωραία τραγούδια του έγραψες” είπε στον Παυριανό. “Να μου γράψεις ένα να το πούμε μαζί. Εγώ κι αυτός ο παίδαρος θα κάνουμε μεγάλο σουξέ”. Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το μεγάλο της σουξέ “Εγώ δεν πάω μέγαρο” της δεκαετίας του ’90. Γίνεται το απόλυτο σουξέ και σλόγκαν που το ξέρουν όλοι, η Ρίτα λάμπει μέσα στα λαμέ μοντελάκια της στο “Can Can”, η Δήμητρα Λιάνη γίνεται Δήμητρα Λιάνη Παπανδρέου και το ρεπερτόριο των προεδρικών σουαρέ έχει αποκτήσει ένα ακόμη τραγούδι που αρέσει ιδιαίτερα στην οικοδέσποινα του Καστριού.
Τα τελευταία χρόνια
Στις 28 Αυγούστου του 1998, όταν επέστρεψε από ολιγοήμερες διακοπές στην Επίδαυρο, εισήχθη σε νοσοκομείο όπου διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας που είχε ήδη κάνει μετάσταση στα οστά και μετέβη στην Αμερική για χημειοθεραπείες. Το καλοκαίρι του 1999 εμφανίστηκε για τελευταία φορά μπροστά σε κοινό, σε μια σειρά συναυλιών στην Αυστραλία μαζί με τον Γιάννη Ντουνιά και τον Θανάση Κομνηνό. Η κατάσταση της όμως επιδεινώθηκε και όταν επανήρθε στην Ελλάδα, εισήχθη στο νοσοκομείο «Υγεία», όπου και νοσηλεύθηκε για 40 ημέρες. Απεβίωσε συνεπεία επιπλοκών της ασθένειας στις 6 Αυγούστου 1999, σε ηλικία 64 ετών και κηδεύτηκε στις 9 Αυγούστου στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Η Ρίτα Σακελλαρίου ήταν κάτι παραπάνω από μια τραγουδίστρια. Ήταν μια γυναίκα που βγήκε από τη φτώχεια, που πάλεψε, που στάθηκε στα πόδια της με περηφάνια. Ήταν η φωνή της γειτονιάς, της παρέας, της λαϊκής ψυχής.
Και πάνω απ’ όλα, ήταν μια Κρητικιά που δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε. Το Χαμέζι και η Σητεία έδωσαν στον ελληνικό πολιτισμό μια γυναίκα που τραγούδησε τον πόνο, την αγάπη, τη χαρά και τη στεναχώρια όπως λίγοι μπορούν.













