ρέγομαι

Μοιραστείτε:

– μου αρέσει κάτι πάρα πολύ
– λαχταρώ, κατέχομαι από έντονη επιθυμία για κάτι

Ετυμολογία
– αρχαία ελληνική ὀρέγομαι

« Επιστροφή στο ευρετήριο