αναφιλέ

Μοιραστείτε:

– μάταια, ανώφελα, του κάκου

Ετυμολογία
από τουρκ. nafile, το οποίο σύμφωνα με ορισμένους είναι αντιδάνειο (από το ανωφελώς), χωρίς αυτό να είναι βέβαιο. Ο τύπος αναφιλέ, από επανανάλυση -μα ναφιλέ > μα αναφιλέ.

« Επιστροφή στο ευρετήριο