πιλώθω

Μοιραστείτε:

– συμπιέζω, στριμώχνω, συνωθώ

Ετυμολογία
Αρχ. πιλόω ή πιλέω (=συμπιέζω) + ωθώ.

« Επιστροφή στο ευρετήριο